ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντιμέτωποι με ετήσιους φόρους 3 τρισ. οι μεγιστάνες των ΗΠΑ

antimetopoi-me-etisioys-foroys-3-tris-oi-megistanes-ton-ipa-561284104

Φόρους πολλών δισ. δολαρίων ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι βαθύπλουτοι της Αμερικής και πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο εάν τελικά ευοδωθεί το αμφιλεγόμενο σχέδιο των Δημοκρατικών για επιθετική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Πρόκειται για ετήσιο φόρο ύψους 2% επί όσων Αμερικανών έχουν πλούτο άνω των 50 εκατ. δολαρίων και 3% επί περιουσιακών άνω του 1 δισ. δολαρίων.

Οπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ του αμερικανικού δικτύου CNBC, εάν υιοθετηθεί το μέτρο, ο ιδρυτής και επικεφαλής της Amazon, Τζεφ Μπέζος, θα καταβάλει φόρους ύψους 5,7 δισ. δολαρίων για το περασμένο έτος και ο Ελον Μασκ, ιδρυτής και επικεφαλής της καινοτόμου αυτοκινητοβιομηχανίας ηλεκτροκίνητων Tesla, θα οφείλει φόρους ύψους 4,6 δισ. δολαρίων και πάλι για το 2020. Και πάλι πάντως θα απομένει στον Μασκ πλούτος ύψους άνω των 148 δισ. δολαρίων. Σε ό,τι αφορά τον Μπιλ Γκέιτς, ιδρυτή του κολοσσού των υπολογιστών Microsoft, θα πρέπει να καταβάλει φόρους ύψους 3,6 δισ. δολαρίων και 3 δισ. δολάρια ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, ιδρυτής και επικεφαλής του μεγαλύτερου και δημοφιλέστερου μέσου μαζικής δικτύωσης, του Facebook .

Το ακανθώδες ζήτημα της φορολόγησης του ιδιαίτερα μεγάλου πλούτου έχει αναβαθμιστεί τελευταία στον δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ, καθώς πρότειναν τον επίμαχο φόρο τα μέλη της θεωρούμενης αριστερής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος. Ανάμεσά τους τα πλέον προβεβλημένα, η γερουσιαστής της Μασαχουσέτης Ελίζαμπεθ Γουόρεν και ο άλλοτε υποψήφιος πρόεδρος και νυν γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς. Οπως υποστηρίζουν, το επίμαχο μέτρο έχει τη δυνατότητα να αποφέρει στο αμερικανικό κράτος έσοδα ύψους τρισ. δολαρίων που χρειάζονται περισσότερο από ποτέ προκειμένου να στηρίξουν την οικονομία και να δώσουν ώθηση στην ανάκαμψή της από την ύφεση της πανδημίας.  Παράλληλα, τονίζουν πως ένας τέτοιος φόρος θα βοηθήσει να γεφυρωθεί ώς ένα βαθμό το διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα της ανισότητας που έχει μετατραπεί σε άβυσσο στη διάρκεια της πανδημίας.

Το θέμα τείνει, πάντως, να διχάσει ακόμη και τους Δημοκρατικούς, καθώς φαίνεται να προβληματίζει ήδη την υπουργό Οικονομικών, Τζάνετ Γέλεν, η οποία έχει εκφράσει επιφυλάξεις για το πόσο περίπλοκη και προβληματική μπορεί να αποδειχθεί η εφαρμογή του. Σύμφωνα με την κ. Γουόρεν, ο επίμαχος φόρος θα πλήξει μόνον 100.000 αμερικανικές οικογένειες, που αντιπροσωπεύουν το 0,05% του αμερικανικού πληθυσμού, αλλά θα αποφέρει στα ταμεία του αμερικανικού κράτους περίπου 3 τρισ. δολάρια ετησίως για τα επόμενα τουλάχιστον 10 χρόνια. Στα σχέδια της κ. Γουόρεν και των υποστηρικτών του φόρου είναι να διατεθούν τα κεφάλαια αυτά για τη φροντίδα των παιδιών, για υποδομές στον τομέα της παιδείας, αλλά και για τη μετάβαση της οικονομίας στην πράσινη ενέργεια. Σημειωτέον ότι ο εν λόγω φόρος ήταν κεντρική εξαγγελία της κ. Γουόρεν στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, οπότε και επινόησε το σύνθημα «δύο σεντς». Αναφερόταν στα 2 σεντς, δηλαδή 2 εκατοστά του δολαρίου, για κάθε δολάριο πάνω από τα 50 εκατ. δολάρια.

Από τα έσοδα του επίμαχου φόρου, το σχέδιο προβλέπει να διατεθούν 100 δισ. δολάρια στις φορολογικές αρχές των ΗΠΑ προκειμένου να ενισχυθούν τα προγράμματα και τα μέτρα καταπολέμησης της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής. Στόχος είναι να προσφέρει στη διάθεση των φορολογικών αρχών εργαλεία των νέων τεχνολογιών, που θα διευκολύνουν την αποτίμηση ιδιαίτερων περιουσιακών στοιχείων όπως τα έργα τέχνης ή τα ακίνητα. Σε ό,τι αφορά όσους επιχειρήσουν να αποφύγουν τον φόρο πλούτου διαφεύγοντας σε άλλες χώρες, η πρόταση των Δημοκρατικών προβλέπει ένα «φόρο εξόδου» ύψους 40% επί του πλούτου τους.

Οι επικριτές του προτεινόμενου φόρου επιμένουν, πάντως, ότι μια τέτοια φορολόγηση όχι μόνον ενδέχεται να αποδειχθεί αντισυνταγματική, αλλά το χειρότερο είναι πως οι πλούσιοι μπορούν εύκολα να ελιχθούν και να την αποφύγουν. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν κατά καιρούς πειραματισθεί με αντίστοιχους φόρους στον μεγάλο πλούτο, ωστόσο τα σχετικά πειράματα έχουν εγκαταλειφθεί καθώς τα έσοδα που απέδωσαν ήταν απογοητευτικά κατώτερα των προσδοκιών. Απεδείχθη, άλλωστε, πως η σχετική νομοθεσία δεν εμπόδισε τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους από το να ελιχθούν και τελικά να αποφύγουν τη φορολόγησή τους.