ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κίνδυνοι μπροστά μας

Οι κίνδυνοι μπροστά μας

Η ΕΚΤ αγόρασε καθαρό χρέος αξίας 13,7 δισεκατομμυρίων ευρώ την εβδομάδα που έληξε την 26η Φεβρουαρίου. Το ποσό αυτό ίσως ήταν κατά τι λιγότερο από τον μέσο εβδομαδιαίο όρο αγορών της το τελευταίο εξάμηνο, λειτούργησε όμως ως μεγάλη δοκιμασία για τις αγορές σταθερού εισοδήματος. Η αναταραχή αυτή σημειώθηκε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με την ποσοστιαία εκτόξευση των αποδόσεων των ομολόγων.
Η δημοσιονομική επέμβαση που ετοιμάζει ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι βέβαια μία αιτία όσον αφορά την Αμερική, για την Ευρώπη όμως το δημοσιονομικό πακέτο που σχεδιάζεται σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνο της Αμερικής, της οποίας μάλιστα υπολογίζεται σε τρεις φορές το παραγωγικό κενό της οικονομίας της.

Στην Ευρώπη, η οποία καθυστερεί στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ένας σχετικός φανερός κίνδυνος που μπορεί οι αγορές να συνειδητοποιούν, οδηγώντας σε αύξηση των αποδόσεων είναι φυσικά το δημόσιο χρέος συγκεκριμένων χωρών-μελών. Παρ’ όλα αυτά, καθώς οι αγορές είναι ενιαίες, προκύπτουν κοινές διαπιστώσεις αλλά και κίνδυνοι.

Η απότομη άνοδος στις αποδόσεις της αγοράς ομολόγων, μιας αγοράς τόσο ρευστής και κρίσιμης, το εντυπωσιακό στέγνωμά της, μπορεί να προεξοφλεί πράγματι μια ισχυρή ανάκαμψη συνεπαγόμενη και έναν υψηλότερο πληθωρισμό; Ταυτόχρονα είδαμε μια πτώση στις τιμές των μετοχών. Ωστόσο, θα έπρεπε να είχαμε δει εδώ υψηλότερες τιμές, καθώς μια αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων αντικατοπτρίζει συνήθως έναν υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (και τον σχετικό πληθωρισμό).

Με άλλα λόγια, σε περίπτωση μιας αναμενόμενης ισχυρής ανάκαμψης, δηλαδή υψηλού πραγματικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, τα μερίσματα αναμένεται να είναι υψηλότερα από την αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων (αποτέλεσμα ενός υψηλότερου κόστους κεφαλαίου του δανεισμού μέσω ομολογιών), επομένως οι τιμές των μετοχών κανονικά θα έπρεπε να αυξηθούν αντικατοπτρίζοντας πρωτίστως την προσδοκώμενη ισχυρή οικονομική μεγέθυνση.

Μια πτώση των χρηματιστηρίων ταυτόχρονα με μια αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, θα μπορούσε επομένως να είναι ένα προειδοποιητικό σημάδι μιας υπόθεσης περισσότερο «πληθωρισμού κόστους» (καθοδηγούμενου από τις τρέχουσες υψηλές τιμές των εμπορευμάτων) και λιγότερο μιας υπόθεσης «αναμενόμενης ισχυρής ανάπτυξης». Ιδίως στην Ευρώπη.

Εάν συμβαίνει αυτό, ένα μεγάλο «αν», τότε το πρόγραμμα PEPP θα πρέπει να εφαρμοστεί γρήγορα και πλήρως, όπως τόνισαν πρώτοι ο κ. Στουρνάρας και ο Γάλλος ομόλογός του. Οι δηλώσεις που ακολούθησαν από επίσημα χείλη επισήμαναν, και ορθώς, ότι η ΕΚΤ διατηρεί πάντα την ευελιξία στην άσκηση της –αντισυμβατικής αυτής– νομισματικής πολιτικής.

Βέβαια, αυτό θα μπορούσε να συνοδευτεί και από μια διαβεβαίωση ότι θα χρησιμοποιηθούν οπωσδήποτε όλα τα διαθέσιμα ποσά μέχρι τον Μάρτιο του 2022.

Σε κάθε περίπτωση, εάν στην Αμερική ο κίνδυνος μπορεί να είναι μια ενδεχόμενη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής κάποια στιγμή αργότερα λόγω μιας αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, πράγμα πάντως που τώρα φαντάζει ενδεχόμενο για το μακρινό μόνο μέλλον, στην Ευρώπη υπάρχει κάτι που πρέπει να εξεταστεί από τις Αρχές.

Εάν η ανάκαμψη δεν είναι ισχυρή, εάν οι αγορές προεξοφλούν τον κίνδυνο ενός τέτοιου ενδεχόμενου, τότε ένας κίνδυνος είναι ο συνδυασμός πληθωρισμού κόστους –εξαιτίας των μεγάλων αυξήσεων των τιμών των εμπορευμάτων– και επιδείνωσης της δημοσιονομικής θέσης ορισμένων τουλάχιστον χωρών-μελών.

Αυτό θα μπορούσε να φέρει την κατάσταση σε ένα σημείο «υψηλότερος πληθωρισμός και χαμηλότερη ανάκαμψη». Εάν οι αυξήσεις στις αποδόσεις των ομολόγων αντικατοπτρίζουν ένα συνδυασμό αδύναμης ανάκαμψης και υψηλού –εισαγόμενου– πληθωρισμού κόστους, τότε υπάρχει ένας κίνδυνος μπροστά μας που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι υποδιοικητής της ΤτΕ και καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.