ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Lockheed Martin κάνει απόβαση στον Σκαραμαγκά

Οι κυβερνητικές επιλογές για τα εξοπλιστικά κρίνουν το μέλλον των ναυπηγείων

i-lockheed-martin-kanei-apovasi-ston-skaramagka

Σε ολοένα και δυσκολότερη εξίσωση εξελίσσεται η προσπάθεια ανάταξης των ελληνικών ναυπηγείων, μέσω της πώλησης αυτών του Σκαραμαγκά και μέσω επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης για εκείνα της Ελευσίνας. Και αυτό διότι, εκτός από την πολυπλοκότητα των διαδικασιών που έχουν επιλεγεί, η μεσοπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων συνδέεται με την ανάληψη συμβάσεων ναυπήγησης εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Αυτή την εβδομάδα έχει προγραμματιστεί πολυήμερη επίσκεψη εργασίας στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά από κλιμάκιο ειδικών της Lockheed Martin, προκειμένου να διαπιστώσει τη δυνατότητά τους να αναλάβουν έργο ναυπήγησης φρεγατών σχεδιασμού της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας.
Ομως η Lockheed Martin είναι μόνον ένας από τους μεγάλους ξένους ναυπηγικούς ομίλους που διεκδικούν τη σύμβαση του Πολεμικού Ναυτικού για την προμήθεια τεσσάρων υπερσύγχρονων φρεγατών. Την ίδια επιδίωξη διατηρούν ακόμα και άλλοι διεθνείς όμιλοι όπως η γαλλική Naval Group, αλλά και ναυπηγικές από την Ολλανδία, τη Γερμανία και αλλού.

Σημειώνεται πως ο συνολικός προϋπολογισμός του εξοπλιστικού προγράμματος του Πολεμικού Ναυτικού, που εκτός από την αγορά τεσσάρων φρεγατών περιλαμβάνει και την αναβάθμιση τεσσάρων εξ αυτών που ήδη υπάρχουν στη δύναμή του, υπολογίζεται πως κυμαίνεται μεταξύ τεσσάρων και πέντε δισ. ευρώ, ανάλογα με τις λύσεις που τελικά θα επιλεγούν από την ελληνική κυβέρνηση. Από αυτές τις δαπάνες ένα σημαντικό μέρος θα αναλωθεί εδώ, στο πλαίσιο των λεγόμενων αντισταθμιστικών που θα προσφέρουν οι ξένοι κατασκευαστές για να κάνουν ελκυστικότερη την πρότασή τους, αφού αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων και θέσεις εργασίας για Ελληνες εργαζομένους σε δοκιμαζόμενες οικονομικά περιφέρειες.

Ωστόσο, οι οριστικές αποφάσεις της κυβέρνησης για τον κατασκευαστή των φρεγατών δεν αναμένονται άμεσα, αφού ακόμα οι υποψήφιοι προμηθευτές δεν έχουν καταθέσει τις τελικές τους προσφορές. Οι προτάσεις αυτές είναι άγνωστο επί του παρόντος πώς θα επιμερίζουν το έργο και εάν τα αντισταθμιστικά προς τα ελληνικά ναυπηγεία θα αφορούν τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά ή τα Ναυπηγεία της Ελευσίνας. Και τα δύο συγκροτήματα όμως για να είναι σε θέση να αναλάβουν τέτοιο έργο θα χρειαστούν σημαντικότατες επενδύσεις, πέραν των τιμημάτων απόκτησής τους. Στον Σκαραμαγκά, για παράδειγμα, ορισμένες καλά πληροφορημένες πηγές εκτιμούν ότι απαιτούνται μεταξύ 50 και 80 εκατ. ευρώ. Ανάλογα ποσά θα χρειαστεί και η Ελευσίνα. Οι υποψήφιοι επενδυτές για τα δύο ναυπηγεία, η ONEX Shipyards για την Ελευσίνα και ο μόνος μέχρι στιγμής εμφανής υποψήφιος για τον Σκαραμαγκά, η Pyletech Shipyards, έχουν ήδη πραγματοποιήσει επαφές με κάποιους από τους ξένους ναυπηγικούς ομίλους και αναμένεται να συναντηθούν ξανά αυτή την εβδομάδα και με τη Lockheed Martin.

Πάντως, όσο παραμένει ανοικτή η εκκρεμότητα της επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης για τον προμηθευτή των φρεγατών, κάτι που είναι φυσικό να χρειάζεται χρόνο εξαιτίας της σημασίας του προγράμματος για την εθνική άμυνα και των στρατιωτικών αλλά και πολιτικών αξιολογήσεων που πρέπει να γίνουν, για την προέλευση και τους τύπους των φρεγατών, οι υποψήφιοι επενδυτές οδηγούνται, στην περίπτωση της Ελευσίνας, σε στάση αναμονής και στην περίπτωση του Σκαραμαγκά σε πολύ συντηρητικές οικονομικές προσφορές. Προσφορές που σίγουρα κινούνται κάτω από τα 80-100 εκατ. ευρώ που θα ήθελε να δει το υπουργείο Οικονομικών ως έσοδο από την πώληση και των δύο τμημάτων του Ναυπηγείου Σκαραμαγκά.

Μετ’ εμποδίων η εξυγίανση των δύο μεγάλων ναυπηγείων

Το σενάριο οι επερχόμενοι νέοι δια-γωνισμοί για τον Σκαραμαγκά να ξαναβγούν άγονοι και να μην προχωρήσει η συμφωνία εξυγίανσης για την Ελευσίνα για ολόκληρο το τρέχον έτος γίνεται ολοένα και πιθανότερο, όσο δεν ξεκαθαρίζει το ζήτημα των εξοπλιστικών. Και αυτό διότι ο χρονισμός και οι διαδικασίες μέσω των οποίων επιχειρείται να αναταχθούν τα δύο μεγάλα ελληνικά ναυπηγεία έχει πολλαπλούς βαθμούς δυσκολίας:

Στην Ελευσίνα ο επενδυτής, ONEX Shipyards, θα πρέπει να αναλάβει υποχρεώσεις της τάξης των περίπου 300 εκατομμυρίων ευρώ, αφού εκεί επελέγη η διαδικασία του άρθρου 106 β, δηλαδή της δικαστικής επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης με στρατηγικό επενδυτή. Εάν συνυπολογιστούν και οι επενδύσεις εκσυγχρονισμού που απαιτούνται και τις οποίες η ONEX εκτιμά σε περίπου 200 εκατομμύρια, αυτό σημαίνει πως ο επενδυτής θα πρέπει να αναλάβει υποχρεώσεις μισού δισεκατομμυρίου για αβέβαιο επί του παρόντος εξοπλιστικό έργο. Τέτοιου ύψους υποχρεώσεις μόνο με ναυπηγοεπισκευή δεν εξυπηρετούνται, εξηγούν τραπεζικές πηγές. Αυτό άλλωστε ξεκαθαρίζει και το Business plan που έχει κάνει η EY για λογαριασμό του επενδυτή και του δυνητικού χρηματοδότη του, την αμερικανική κρατική αναπτυξιακή τράπεζα DFC. Στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, επειδή η διαδικασία εξυγίανσής τους πυροδοτήθηκε από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ανακτήσει η Ελλάδα παράνομες επιδοτήσεις, χρειάστηκαν δύο ξεχωριστοί διαγωνισμοί: ο ένας για το λεγόμενο και στρατιωτικό ναυπηγείο που γίνεται από την ειδική διαχείριση και ο άλλος για το λεγόμενο και πολιτικό που αφορά την άλλη μισή έκταση του συγκροτήματος, που γίνεται από την ΕΤΑΔ. Σε αντίθεση με την Ελευσίνα, όμως, τα ναυπηγεία αυτά δίδονται ελεύθερα υποχρεώσεων. Ωστόσο, οι δύο διαγωνισμοί που πραγματοποιήθηκαν μόλις προ ολίγων μηνών, βγήκαν αμφότεροι άγονοι. Και αυτό διότι ο μοναδικός επενδυτής που κατέθεσε ανταγωνιστική προσφορά, η Pyletech Shipyards, προσέφερε μόλις 15,1 εκατομμύρια στον διαγωνισμό της ειδικής διαχείρισης και δεν κατέθεσε καν προσφορά, όπως και ουδείς άλλος, στην ΕΤΑΔ. Ο λόγος είναι ίσως πως είχε θέσει ως ελάχιστο τίμημα τα 55 εκατομμύρια. Ετσι τώρα πρέπει οι διαγωνισμοί για τα δύο τμήματα του Σκαραμαγκά να προκηρυχθούν ξανά, ταυτόχρονα, και μάλιστα αυτός της ΕΤΑΔ να έχει χαμηλότερο πήχυ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση διευκολύνει τη συνεννόηση της ΕΤΑΔ με την ειδική διαχείριση και αναμένεται να ζητηθεί τίμημα όχι υψηλότερο από 30-35 εκατ. από την ΕΤΑΔ και μάλιστα με δυνατότητες μακροπρόθεσμης εξόφλησης, σε δόσεις. Οι δύο νέοι διαγωνισμοί εκτιμάται πως θα προκηρυχθούν μετά τα τέλη Μαρτίου και πάντως πριν από το Πάσχα.