ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Με σιδερένια γροθιά σε βελούδινο γάντι

Πρωτοπόρος, ανθρώπινος και πατριώτης, ο Γιάννης Κωστόπουλος ήταν για την εποχή του ο τραπεζίτης του μέλλοντος

Με σιδερένια γροθιά σε βελούδινο γάντι

Ο Γιάννης Κωστόπουλος ανήκει στους ανθρώπους που το έργο τους αναγνωρίστηκε όσο ήταν εν ζωή, λέει ο Βασίλης Ράπανος. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ετρεφε έναν απέραντο σεβασμό για τους ανθρώπους, τους θεσμούς, τη δουλειά, την πατρίδα και τον πολιτισμό της. Σεβόταν με την πείρα ενός σοφού, οραματιζόταν με τα μάτια ενός παιδιού και αγωνιζόταν με την ψυχή ενός καπετάνιου. Σεβόταν τους συνεργάτες του και πάνω από όλα τους ανταγωνιστές του σε όλα τα πεδία. Το χάρισμα αυτό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και γι’ αυτό η παρουσία του, τα λόγια του και το έργο του αποτέλεσαν πυξίδα από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για την «πίτα» της ανάπτυξης ήταν σκληρός και όταν οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες του τόπου δεν απέπνεαν εσωστρέφεια. 

Ως τραπεζίτης, εμπέδωσε την άποψη πως μια τράπεζα δεν πουλάει μόνο δάνεια, αλλά εμπνέει πίστη και γι’ αυτό ταύτισε το όνομά του με την Τράπεζα Πίστεως, που ήταν και η πρώτη επωνυμία της σημερινής Alpha Bank. Βαθύτατος γνώστης του ελληνικού πολιτισμού επέλεξε ως εταιρικό σήμα της τράπεζας «το οπισθότυπο του αργυρού στατήρος της Αιγίνης (480-456 π.Χ.), της πόλεως-κράτους που πρώτη έκοψε νόμισμα στον ελλαδικό χώρο», όπως αναφέρει ο εταιρικός απολογισμός της τράπεζας.

Το σήμα αυτό σαν εθνική κληρονομιά θέλησε να το διαφυλάξει και κατά τη συγχώνευση που επιχειρήθηκε με την Εθνική Τράπεζα επί Θόδωρου Καρατζά, το 2001. Οπως θυμούνται άνθρωποι που ήταν κοντά του εκείνη την περίοδο, «ο σεβασμός του για την Εθνική Τράπεζα ήταν μεγάλος». Γι’ αυτό κατά τις συζητήσεις για τη συγχώνευση δεν είχε επιμείνει στο όνομα που θα είχε η νέα τράπεζα. Είχε απαιτήσει όμως να έχει το σήμα της Alpha Bank. Μπροστά του έβλεπε το όραμα ενός τραπεζικού εθνικού πρωταθλητή. Ηταν τότε που οι ελληνικές τράπεζες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια και σε ένα μέρος της Κεντρικής Ευρώπης. Ο Γιάννης Κωστόπουλος δεν έβλεπε ως ανταγωνιστή του την Εθνική, αλλά τις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες – κολοσσούς και επιδίωξε να ενωθεί με τη μεγαλύτερη κρατική τράπεζα για το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο εθνικό συμφέρον υπηρέτησε και το 2012, όταν το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων, το γνωστό PSI, οδήγησε στη μείωση της μετοχικής αξίας που είχε στην Alpha Bank, απομειώνοντας πλήρως το ποσοστό του. Ακόμη και αν αυτό ήταν κάτι αναπόφευκτο τότε, οι άνθρωποι που ήταν στο στενό του περιβάλλον δεν τον θυμούνται ποτέ να διαμαρτύρεται για την απώλεια του ελέγχου της τράπεζας και πόσο μάλλον για την απώλεια κεφαλαίων. «Η Ελλάδα είναι σε κρίση και εγώ δεν θα πάω αντίθετα στη χώρα μου», είχε διαμηνύσει τότε, αντικρούοντας συζητήσεις όπως το να μην περιληφθούν όλα τα ομόλογα που η τράπεζα είχε στην κατοχή της, στο PSI. 

Διαβάστε επίσης:
Γιάννης Κωστόπουλος, ο διορατικός και πρωτοπόρος τραπεζίτης

Ο Γιάννης Κωστόπουλος ήταν ορθολογιστής και παρότι η άποψη που είχε διατυπώσει ότι «η Ελλάδα δεν χωράει πάνω από 2,5 τράπεζες», αποτελεί την πιο πολυσυζητημένη άποψη που απασχολεί ακόμη και σήμερα το τραπεζικό σύστημα, ο ίδιος δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι η προσπάθεια συγχώνευσης με την Eurobank δέκα χρόνια μετά, το 2011, δεν έβγαινε στο χαρτί. Οι απώλειες του PSI και για τις δύο τράπεζες ήταν μεγάλες και η προσπάθεια συνένωσης που επιχειρήθηκε τότε, έληξε άδοξα. 
Δεν εγκατέλειψε, όμως, το καράβι. Παρέμεινε στην Alpha Bank όχι γιατί η διοικητική εξουσία ήταν το ζητούμενο. Ζητούμενο για τον Γιάννη Κωστόπουλο ήταν η συνέχεια, γιατί μόνον έτσι έρχεται η εξέλιξη, η πρόοδος.  

Οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί του κάνουν λόγο για τον τραπεζίτη «με σιδερένια γροθιά σε βελούδινο γάντι». Ποτέ δεν κατέφυγε σε ακραίο λόγο, ποτέ δεν χρησιμοποίησε πυγμή. Ομως έπειθε με λόγο σχεδόν σαγηνευτικό, γιατί στήριζε την άποψή του σε αξίες και σε αρχές. Η μετριοπάθεια που τον χαρακτήριζε σε τίποτα δεν τον εμπόδισε, αφού εκτός από προσηνής προσωπικότητα ο Γιάννης Κωστόπουλος ήταν για την εποχή του ο τραπεζίτης του μέλλοντος και σε μια περίοδο που το τραπεζικό σύστημα χαρακτηριζόταν ακόμη από κρατικές νοοτροπίες, έθεσε την Alpha Bank στην αιχμή της καινοτομίας. 

Τα πρώτα ΑΤΜ στην Ελλάδα το 1983, η πρώτη εταιρεία leasing το 1986, η πρώτη τραπεζική κάρτα Cashcard στην Ελλάδα το 1988, η πρώτη χρεωστική κάρτα χωρίς όριο αγορών τo 1993 όπως και οι πρώτες υπηρεσίες private banking, η πρώτη εταιρεία factoring το 1994, η πρώτη υπηρεσία ηλεκτρονικής τραπεζικής Alpha Web banking το 1998 και το 2007, όταν η καταναλωτική πίστη ήταν στην κορυφή σχεδιάζει και διαθέτει στους πελάτες της το πρόγραμμα bonus, το πρώτο πρόγραμμα επιβράβευσης στην ελληνική αγορά.

Ακόμη και αν όλα αυτά ήταν προφανείς τεχνολογικές εξελίξεις, η πρωτοπορία του τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλου αναγνωρίστηκε όταν τον Μάρτιο του 1995 ανακοίνωσε αιφνιδίως τη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων κατά περίπου 10 μονάδες. Η πρωτοβουλία τάραξε τα νερά του τραπεζικού συστήματος, αλλά διαβάζοντας κανείς πίσω από τα νούμερα, δεν ήταν κίνηση ενάντια στον ανταγωνισμό. Ηταν το τραπεζικό σύστημα στο ξέφωτο της απελευθέρωσης από τον κρατικό εναγκαλισμό και το όραμα ότι η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά είναι το όχημα για την ανάπτυξη και την πρόσβαση των ελληνικών νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε φθηνή χρηματοδότηση. 

Ηταν το σύνθημα ότι η ανάπτυξη περνάει μέσα από τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα.