ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πάνω από 26 δισ. οι προσφορές για το 30ετές ομόλογο

Πάνω από 26 δισ. οι προσφορές για το 30ετές ομόλογο

Την πλήρη επιστροφή της στις αγορές επισφράγισε χθες η Ελλάδα με την απόλυτα επιτυχημένη έκδοση του νέου 30ετούς ομολόγου, η οποία ολοκλήρωσε την ελληνική καμπύλη και επιβεβαίωσε με απτό τρόπο πλέον την επάνοδο στην κανονικότητα. 

Η ζήτηση για τη μακρύτερη σε διάρκεια ελληνική έκδοση από το 2007 ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακή, καθώς το βιβλίο προσφορών ξεπέρασε τα 26 δισ. ευρώ, δέκα και πλέον φορές πάνω από τα 2,5 δισ. ευρώ που τελικά άντλησε το ελληνικό Δημόσιο, ενώ το επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 1,956% και το κουπόνι στο 1,875%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύνολο των προσφορών ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ιστορία μετά τα 29 δισ. ευρώ που είχαν κατατεθεί για το 10ετές που εκδόθηκε τον Ιανουάριο, ενώ οι ποιοτικοί επενδυτές έδωσαν ηχηρό «παρών» και σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα.  

Παράλληλα, είναι η δεύτερη ελληνική έκδοση μετά το 15ετές του 2020, η οποία έχει λήξη μετά το 2032, όπου η Ελλάδα δεν έχει «πιστοποιημένα» βιώσιμο χρέος. Οτιδήποτε εκδίδει το ελληνικό Δημόσιο με λήξη πέραν αυτής της ημερομηνίας δείχνει ότι οι αγορές ουσιαστικά διαψεύδουν αυτήν την «άποψη» των θεσμών. Οπως δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, με την έκδοση του 30ετούς η επανασύσταση της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων εξομαλύνεται και προστίθεται βάθος, παρέχοντας ασφάλεια στους επενδυτές, αφού χρονικά ξεπερνάει –κατά πολύ– την περίοδο που εκπνέουν τα συμφωνημένα με τους θεσμούς μέτρα διευθέτησης για το χρέος, ενώ συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω βελτίωση της βιωσιμότητάς του.

Η τιμολόγηση

Το αρχικό επιτόκιο είχε τοποθετηθεί στις 160 μονάδες βάσης πάνω από το mid swap, ενώ μέσα σε μιάμιση ώρα οι προσφορές είχαν ξεπεράσει τα 17 δισ. ευρώ, με το επιτόκιο να υποχωρεί στη συνέχεια στις 150-155 μ.β. πάνω από το mid swap. Στις 13.00 ώρα Ελλάδας όταν και έκλεισε το βιβλίο προσφορών, η ζήτηση είχε διαμορφωθεί στα 26,1 δισ. ευρώ με το τελικό επιτόκιο (απόδοση) να διαμορφώνεται στο 1,956% (150 μονάδες βάσης πάνω από το mid swap) και η τιμή στα 98,14.

Δεδομένου ότι ουσιαστικά το νέο ομόλογο έχει διάρκεια 31 έτη και όχι 30, άρα δεν είναι «κανονική 30ετία» (λήγει τον Ιανουάριο του 2052), και καθώς δεν υπάρχει αντίστοιχης διάρκειας άλλη ελληνική έκδοση ως μέτρο σύγκρισης, το επιτόκιο προσεγγίστηκε με βάση στοιχεία από καμπύλες άλλων χώρων, όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία. Οπως σημειώνει παράγοντας της αγοράς, η τιμολόγηση ήταν μεθοδολογικά άρτια και με όρους αγοράς πολύ καλή. Το επιτόκιο συνεπώς κρίθηκε άκρως ελκυστικό από τους επενδυτές, όπως άλλωστε φάνηκε και από το ύψος των προσφορών 
και της συμμετοχής. 

Συγκριτικά να αναφέρουμε ότι το 30ετές ομόλογο της Ιταλίας, λήξης Σεπτεμβρίου 2051, χθες είχε απόδοση 1,66%, το 30ετές ομόλογο της Πορτογαλίας, το οποίο είναι ουσιαστικά 24ετές καθώς λήγει το 2045, είχε απόδοση 1,04%, ενώ της Ισπανίας (λήξη Οκτώβριος 2051) είχε απόδοση 1,27%.

Εξυπνο timing

Σε ό,τι αφορά το timing της έκδοσης, σίγουρα δεν ήταν τυχαίο, με πηγές της αγοράς να το χαρακτηρίζουν μάλιστα «άψογο». Αυτή τη στιγμή, η αγορά ομολόγων βασίζεται στην προσδοκία που δημιούργησε η Κριστίν Λαγκάρντ την περασμένη εβδομάδα, ανακοινώνοντας ότι η ΕΚΤ θα «ανεβάσει» σημαντικά τους ρυθμούς αγορών υπό το PEPP, κάτι το οποίο έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση των spreads. Πάντα υπάρχει το ερώτημα εάν αυτό που θα παραδώσει τελικά η ΕΚΤ θα είναι εφάμιλλο της προσδοκίας που δημιούργησε, έτσι ο ΟΔΔΗΧ άδραξε, όπως και θα έπρεπε, την ευκαιρία που παρουσιάστηκε. Αν τελικά η ΕΚΤ… παραδώσει, τότε μόνο θετικό θα είναι για τα ελληνικά ομόλογα καθώς αυτό σημαίνει ότι πλέον είναι πιθανό να εξαντλήσει όλο τον φάκελο των 1,85 δισ. ευρώ του PEPP, αγοράζοντας ελληνικούς τίτλους ύψους 18 δισ. ευρώ περαιτέρω στο επόμενο 12μηνο, μετά τα 19 δισ. ευρώ που έχει ήδη αγοράσει. Επίσης, είναι πολύ δύσκολο τα επιτόκια για μία έκδοση 30ετίας να παραμείνουν τόσο χαμηλά για περισσότερο από έναν ακόμη χρόνο, αφού τον Μάρτιο του 2022 λήγει το PEPP, ενώ η συζήτηση στις ΗΠΑ για πληθωρισμό ήδη πιέζει τα επιτόκια διεθνώς προς τα πάνω.

Ισχυρός συμβολισμός

Τα 2,5 δισ. ευρώ που αντλήθηκαν από την έκδοση γεμίζουν το οπλοστάσιο των ταμειακών διαθεσίμων και θα κατευθυνθούν είτε στον αυξημένο λογαριασμό των μέτρων στήριξης της οικονομίας, είτε στη δεύτερη πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του ΔΝΤ που λήγουν φέτος και το 2022, η οποία καταβάλλεται σήμερα και είναι ύψους 3,35 δισ. ευρώ. Αν και το μέσο κόστος των δανείων αυτών προς το Ταμείο είναι στο 1,1%, χαμηλότερο από το επιτόκιο του νέου ομολόγου, ωστόσο η χρήση των κεφαλαίων από την έκδοση για την αποπληρωμή δεν θα γίνει με στόχο την εξοικονόμηση κόστους αλλά τη μεταφορά, με το λιγότερο δυνατό κόστος, μιας άμεσης λήξης με κυμαινόμενο επιτόκιο (το οποίο επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το δολάριο και άρα είναι «ευάλωτο» στην… αύξηση) σε μια πολύ μακρινή λήξη με σταθερό επιτόκιο. Παράλληλα, ο συμβολισμός μιας τέτοιας κίνησης προς τις αγορές είναι ισχυρός, όπως απέδειξε και η πρώτη πρόωρη αποπληρωμή το 2019.