ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Μπαράζ επενδύσεων για πρώτες ύλες από την Κίνα σε όλο τον κόσμο

mparaz-ependyseon-gia-protes-yles-apo-tin-kina-se-olo-ton-kosmo-561300079

Εξαγοράζοντας ξένες εταιρείες, η Κίνα αυξάνει συστηματικά τις επενδύσεις της σε πρώτες ύλες ανά τον κόσμο, ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από τις εισαγωγές και να ενισχύσει τη θέση της στο διεθνές εμπόριο. Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει σχετική έκθεση της συμβουλευτικής εταιρείας Verisk Maplecroft, που εκφράζει την εκτίμηση πως με τον τρόπο αυτόν η δεύτερη οικονομία στον κόσμο θα ενισχύσει τη θέση της, «ώστε να εργαλειοποιήσει το διεθνές εμπόριο και να το χρησιμοποιήσει ως όπλο στην αναμέτρησή της με τους γεωπολιτικούς της αντιπάλους».

Οπως επισημαίνει η εν λόγω συμβουλευτική, που ειδικεύεται στην ανάλυση των κινδύνων, το περασμένο έτος η Κίνα αριθμούσε 59 εταιρείες μετάλλων και χρυσού στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη της Ωκεανίας, όταν μόλις το 2000 δεν είχε καμία. Με την κατοχή αυτών των εταιρειών, ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας αντιπροσωπεύει, έτσι, το 22,6% του συνόλου των εταιρειών που ανήκουν σε χώρες ξένες ως προς τη χώρα στην οποία βρίσκονται. Η κατοχή αυτών των εταιρειών εντάσσεται στην προσπάθειά της να κατακτήσει αυτάρκεια σε πρώτες ύλες και να ενισχύσει τη διεθνή θέση της. Εξακολουθεί, βέβαια, να συγκαταλέγεται στις χώρες που εισάγουν μεγάλο όγκο πρώτων υλών, μεταξύ των οποίων πετρέλαιο και σιδηρομετάλλευμα, άνθρακας και φυσικό αέριο.  

Οπως τονίζει η Verisk Maplecroft, «αν η Κίνα έχει ένα μαλακό υπογάστριο, αυτό είναι η μεγάλη εξάρτησή της από τους φυσικούς πόρους άλλων χωρών».
Ως εκ τούτου, επιδιώκει να αποκτήσει όσο μεγαλύτερο έλεγχο μπορεί στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες μέσω επενδύσεων σε άλλες χώρες και μέσω της σύναψης συμμαχιών και κοινοπραξιών με διεθνείς παίκτες. Από τη δεκαετία του 1990 έτσι έχει αποδυθεί σε μια συστηματική υποστήριξη των κρατικών επιχειρήσεών της, για την ανάδειξή τους σε «διεθνείς εταιρείες» και απώτερο στόχο να θέσουν οι εταιρείες αυτές υπό τον έλεγχό τους φυσικούς πόρους άλλων χωρών. Σύμφωνα πάντα με τη Verisk Maplecroft, στην προσπάθειά της να έχει μεγαλύτερο εύρος προμηθευτών, η Κίνα προτιμά κυρίως να προμηθεύεται από «σταθερά αυταρχικά καθεστώτα» και όχι από δημοκρατίες που μπορεί να αλλάζουν συχνά κυβέρνηση και πολιτικές επιλογές και «ενδέχεται να υιοθετήσουν εχθρική στάση προς το Πεκίνο».

Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποφύγει τις συναλλαγές με τις δημοκρατίες, καθώς αυτές ελέγχουν την παραγωγή ορισμένων από τις στρατηγικής σημασίας πρώτες ύλες, όπως, για παράδειγμα, το σιδηρομετάλλευμα. Το περασμένο έτος ο υπ’ αριθμόν 1 προμηθευτής της Κίνας σε σιδηρομετάλλευμα ήταν η Αυστραλία. Στη διάρκεια του περασμένου έτους η Αυστραλία εξήγε στην Κίνα κατά μέσον όρο 60,86 εκατ. τόνους σιδηρομετάλλευμα τον μήνα. Σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων Refinitiv, ο όγκος αυτός αντιπροσωπεύει το 60% των εισαγωγών της Κίνας σε σιδηρομετάλλευμα. Οπως προκύπτει από την έκθεση της Verisk Maplecroft, προκειμένου να περιορίσει αυτήν την εξάρτησή της από μια χώρα σύμμαχο των ΗΠΑ, η Κίνα έχει συσφίγξει τους εμπορικούς δεσμούς της με άλλες χώρες-παραγωγούς σιδηρομεταλλεύματος όπως η Βραζιλία και η Γουινέα. Η εν λόγω συμβουλευτική εταιρεία επισημαίνει μάλιστα πως «παρά τη σκληρή γραμμή που έχει υιοθετήσει έναντι της Κίνας υπό τον πρόεδρο Μπολσονάρο, η Βραζιλία παραμένει προτεραιότητα του Πεκίνου στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να διευρύνει τους προμηθευτές του».  Σε ό,τι αφορά τη Γουινέα, από πολιτικής απόψεως διάκειται ευνοϊκά προς το Πεκίνο μετά την πολιτική της οπισθοχώρηση.

Οι σχέσεις της Κίνας με την Αυστραλία αποδεικνύουν κατά τη Verisk Maplecroft ότι το Πεκίνο χρησιμοποιεί το εμπόριο ως μοχλό άσκησης γεωπολιτικής πίεσης. Η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Αυστραλίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Capital Economics, τη διετία 2019-2020 απορρόφησε το 39,4% των εξαγωγών της σε προϊόντα και το 17,6% των εξαγωγών της σε υπηρεσίες. Το Πεκίνο δεν δίστασε να επιβάλει εμπάργκο στις εισαγωγές άνθρακα από την Αυστραλία όταν η χώρα τάχθηκε υπέρ της διεξαγωγής διεθνών ερευνών γύρω από τον τρόπο που χειρίστηκε η Κίνα την πανδημία του κορωνοϊού.