ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το μέλλον του «επιχειρείν» εξαρτάται από το ESG

Το μέλλον του «επιχειρείν» εξαρτάται από το ESG

Πως θα αξιολογούμε την απόδοση μιας επιχείρησης ως «καλή» μετά το τέλος της πανδημίας; Είναι αρκετό να δούμε τα κέρδη που έχει μέσα σε ένα χρόνο; Κι αν η κερδοφόρα στρατηγική της επιχείρησης έχει ως αποτέλεσμα την εξάντληση φυσικών πόρων, τη μόλυνση του περιβάλλοντος και την επιβάρυνση των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιείται; Αν υπήρχε μια ανταγωνιστική επιχείρηση με μικρότερη κερδοφορία για το ίδιο έτος, αλλά με στρατηγική που δίνει έμφαση στην υγεία, την κοινωνία και το περιβάλλον, σε ποια από τις δύο θα επιλέγαμε να επενδύσουμε;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι απλές. Για χρόνια πολύ μεγάλο μέρος της αγοράς θεωρούσε ότι αξία δημιουργείται μόνο όταν κάποιος επικεντρωθεί στο «δέντρο», την επιχείρηση. Έτσι, οι οικονομικοί αριθμοδείκτες έγιναν το «ευαγγέλιο» εταιρειών, αναλυτών, επενδυτών, χρηματοοικονομικών οργανισμών. Τα οικονομικά αποτελέσματα τόσο βραχυπρόθεσμων διαστημάτων, όσο το τρίμηνο, το εξάμηνο και το έτος, θεωρούνταν τα μόνα ικανά στοιχεία για να αποδείξουν την ορθότητα των αποφάσεων της διοίκησης μιας επιχείρησης και αν δεν ήταν τα αναμενόμενα, λειτουργούσαν ως μοχλός πίεσης αναλυτών, επενδυτών και μετόχων απέναντι στη διοίκηση, υποχρεώνοντάς την ακόμα και σε αλλαγές στη στρατηγική της.

Αυτή, όμως, η στενή οπτική της «απόδοσης», αποτέλεσμα της χρήσης αυστηρά χρηματοοικονομικών και λογιστικών κριτηρίων, αν και είχε το πλεονέκτημα μιας Lingua Franca, επιτρέποντας ανά πάσα στιγμή στον καθένα να μπορεί να εκτιμήσει την οικονομική αξία μιας επιχείρησης, αγνοούσε επιδεικτικά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις συνιστούν «ζωντανούς» οργανισμούς που αλληλοεπιδρούν με το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι για χρόνια όχι μόνο χάναμε το «δάσος», αλλά παρήγαμε «αρνητική αξία», επιβαρύνοντας την κοινωνία και τον πλανήτη μας. Αυτό το γεγονός προκάλεσε έντονη κοινωνική δυσφορία και πίεση στα κράτη να αναλάβουν δράση.

Η Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών και η Συμφωνία των Παρισίων δημιούργησαν σε πολιτικό επίπεδο ένα κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει προβλήματα που χρήζουν άμεσης λύσης, όπως εκείνο της κλιματικής αλλαγής, των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων και της «ανεύθυνης» επιχειρηματικότητας. Η λειτουργία της οικονομίας απέκτησε ίση βαρύτητα με την προστασία του περιβάλλοντος και την προαγωγή της κοινωνίας, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα  περιβαλλοντικά, κοινωνικά και κριτήρια εταιρικής διακυβέρνησης (ESG) και επαναπροσδιορίζοντας έννοιες, όπως είναι η «απόδοση», η «αξία» και η «ανάπτυξη».

Με δεδομένη τη σημασία του χρηματοπιστωτικού τομέα στη σταθερότητα της λειτουργίας της αγοράς, εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι μεγαλύτεροι επενδυτές αναπροσάρμοσαν τη στρατηγική τους, επιλέγοντας ολοένα και περισσότερο επιχειρήσεις που προωθούν έμπρακτα την βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτή η αλλαγή βασίζεται σε ένα βαθμό στην έντονη πίεση από την πλευρά της κοινωνίας, αλλά κυρίως σε αναλύσεις που δείχνουν ότι επιχειρήσεις που θέτουν μακροπρόθεσμους στόχους διοικούνται καλύτερα και είναι πιο ανθεκτικές σε κρίσεις. Εξάλλου ακόμα και η πανδημία, η «πρώτη κρίση βιωσιμότητας» του 21ου αιώνα, η οποία προκάλεσε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές των τελευταίων 125 ετών, όχι μόνο δεν αναχαίτισε την δυναμική που είχε ήδη αναπτύξει η ατζέντα της βιωσιμότητας, αλλά ενίσχυσε το ρόλο των κοινωνικών κριτηρίων και των κριτηρίων διακυβέρνησης του ESG, καθώς κυβερνήσεις και ιδιώτες κατεύθυναν τεράστια ποσά προς τη δημόσια υγεία, την προστασία των αδύναμων κοινωνικών ομάδων και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.

To ESG δεν είναι «ευχολόγιο», αλλά μήτρα ριζικής αλλαγής μέσα από την κοινωνία. Από αυτή την αλλαγή θα βγουν νικητές και χαμένοι, τόσο σε επίπεδο κρατών όσο και επίπεδο επιχειρήσεων. Η ενσωμάτωση των στόχων βιωσιμότητας στο DNA ενός οργανισμού φαίνεται ότι βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη οικονομική απόδοσή του, αλλά και τον προφυλάσσει απέναντι σε μακροπρόθεσμους κινδύνους. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ακόμα υπάρχουν αρκετές προκλήσεις σε σχέση με την ενσωμάτωση του ESG στη στρατηγική των επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της έλλειψη εμπειρικών στοιχείων, της δυσκολίας εξισορρόπησης βραχυπρόθεσμων χρηματοοικονομικών και μακροπρόθεσμων στόχων βιωσιμότητας και της απουσία «κοινής γλώσσας» στην αποτίμηση της απόδοσης μιας επιχείρησης βάσει των κριτηρίων του ESG. Σε κάθε περίπτωση, αν λάβουμε υπόψη την Ευρωπαϊκή στρατηγική για την υλοποίηση του νέου Green Deal, το ESG θα γίνει η «κυρίαρχη τάση» της αγοράς, ειδικά στην Ευρώπη.

Στο πλαίσιο της συζήτησης που διοργανώνει ο Ελληνικό Σύλλογος Αποφοίτων LSE με επιφανείς εκπροσώπους από τον πολιτικό, επιχειρηματικό και ακαδημαϊκό κόσμο, θα εξετάσουμε το νέο πλαίσιο που δημιουργεί το ESG στην παγκόσμια αγορά, καθώς και τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που θα προκύψουν μετά την πανδημία για το σύνολο των επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν και στη χώρα μας.   

Tης Ιζαμπέλλας Μ. Τσίρμπα, Δικηγόρου Χρηματοοικονομικού Δικαίου, Μέλους του ΔΣ, LSE Hellenic Alumni Association και Συντονίστριας του webinar: «ESG in the time of COVID-19»