ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αξία της σωστής αξιολόγησης

i-axia-tis-sostis-axiologisis

Το ενδιαφέρον άρθρο του κ. Στέφανου Μάνου «Μέτρημα, Σύγκριση, Δημοσιότητα» παρουσιάζει ενεργά ένα από τα πολλά προβλήματα της χώρας, που είναι η αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων με τις ενδεχόμενες ελλείψεις τους, τα περίφημα Greek statistics, η επεξεργασία και η αξιοποίηση των υπαρχόντων που μπορούν να χρησιμεύσουν για τη νομοθετική ή διοικητική επίλυση προβλημάτων του καθημερινού και του δημόσιου βίου, η δημοσιότητά τους που βοηθάει στην κατανόηση των προβλημάτων και στη βελτίωση καταστάσεων διά του συναγωνισμού, και σε κάθε περίπτωση η μέτρηση του παραγόμενου έργου και η σύγκριση αποτελούν δομικά στοιχεία για την αξιολόγηση των δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων.
Σαφώς όμως έχει γίνει πρόοδος στο παραπάνω πεδίο κυρίως, γιατί από το 2010, που ιδρύθηκε η Ενιαία Αρχή Πληρωμής από την οποία μισθοδοτούνται οι κατόπιν απογραφής απασχολούμενοι στον δημόσιο τομέα (Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ), γνωρίζουμε πλέον, αντί του μέχρι τότε «στο περίπου», τον ακριβή αριθμό τους, αλλά επιπλέον γιατί επήλθε εμπέδωση της εμπιστοσύνης στα δημοσιοποιούμενα στατιστικά στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, που δεν αμφισβητούνται πλέον για πολιτικούς λόγους και χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση.

Υστερούμε όμως στην αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα, γιατί αυτή, για μεν τις δημόσιες υπηρεσίες είναι έννοια ανύπαρκτη, για δε τους δημοσίους υπαλλήλους ψευδεπίγραφη, αφού σχεδόν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν αξιολογηθεί ως άριστοι. Σε κάθε απόπειρα για την αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης των ΔΥ αντιδρούν σφοδρά οι συνδικαλιστικοί φορείς, ακόμη και οι δικαστικοί. Η με μεγάλο πολιτικό κόστος προσπάθεια του κ. Μητσοτάκη, ως υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, να εφαρμοσθεί ποσόστωση στις εκθέσεις αξιολογήσεως των δημοσίων υπαλλήλων δεν υλοποιήθηκε τελικά. Η ανάγκη όμως αξιολογήσεων τονίζεται από όλες τις διεθνείς εκθέσεις και τελευταία από την έκθεση Πισσαρίδη.

Ο κ. Μάνος προτείνει να εφαρμοσθεί η μέτρηση και σε άλλα πεδία, όπως στην αξιολόγηση και κατάταξη των δημοσίων και ιδιωτικών λυκείων βάσει των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων και των επιτυχιών των επαρχιακών σχολείων, που θα βοηθήσει τον συναγωνισμό μεταξύ των μαθητών με τη σύγκριση, τονίζοντας με τρία παραδείγματα την αναγκαιότητα των μετρήσεων. Στην ουσία τα παραδείγματα αυτά είναι ερωτήματα προς τους αρμοδίους και την κυβέρνηση για κρίσιμα θέματα, αλλά δεν αναμένει ούτε είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση σε αυτά, γιατί το όλο ζήτημα είναι πολιτικό, καθόσον ανάγεται στο πελατειακό κράτος και στην πάγια τακτική των πολιτικών να αποφεύγουν διά αφειδών παραχωρήσεων τη σύγκρουση με ισχυρά συνδικάτα.

Συγκεκριμένα ερωτά πόσο προσωπικό απασχολεί η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και η Τράπεζα της Ελλάδος σε σύγκριση με τις αντίστοιχες υπηρεσίες και τράπεζες μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών και ποιο το παραγόμενο έργο. Η απάντηση είναι ότι δεν είναι σχήματα συγκρίσιμα ούτε λειτουργούν με τις ίδιες προϋποθέσεις με γενική αναφορά σε όλους τους οργανισμούς και στα οργανογράμματα όλων των υπηρεσιών, καθόσον οι μεν ευρωπαϊκοί είναι σύγχρονοι και λειτουργικοί για την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών, αλλά στη χώρα μας, πλην ίσως της ΥΠΑ και της Τράπεζας της Ελλάδος, που λόγω του νευραλγικού ρόλου τους υποθέτω ότι είναι επικαιροποιημένοι και λειτουργικοί, οι λοιποί υπάρχοντες οργανισμοί των δημοσίων υπηρεσιών είναι ήδη προ πολλού ξεπερασμένοι και παρά τις συνεχείς κυβερνητικές εντολές δεν συντάσσονται νέοι, τα δε οργανογράμματα σε πολλές περιπτώσεις καταρτίζονται με πολιτικά κριτήρια και όχι αξιοκρατικά, για την προώθηση ημετέρων, ακόμη και με τοποθέτηση σε ειδικές για τιτουλαρίους θέσεις ηγεσίας και όχι για την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών. Με τον ν. 4491/66 το προσωπικό της ΔΕΗ ασφαλίστηκε στον εργοδότη και με το άρθρο 34 ν. 2773/1999 η ασφαλιστική περιουσία των εργαζομένων παρέμεινε στον εργοδότη, αλλά το κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να επιχορηγεί ετησίως τον ασφαλιστικό φορέα με ένα ποσό που καλύπτει το άνοιγμα μεταξύ εισφορών και συντάξεων, που για το 2014 ανερχόταν σε 680 εκατ. και το 2019 σε 578,7 εκατ., σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς του κ. Μάνου, το Δημόσιο κατέβαλε σε είκοσι χρόνια 12 δισ. ευρώ. Η παραπάνω ασφαλιστική περιουσία εκτιμήθηκε το 2011 από τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ σε 11 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερκαλύφθηκε από τις καταβολές. 
Αργότερα οι ασφαλισμένοι της ΔΕΗ υπάχθηκαν στον ΕΦΚΑ, στον οποίο καταβάλλεται το παραπάνω ποσό και λαμβάνουν με ειδικές ρυθμίσεις τη σύνταξή τους. Ο κ. Μάνος προτείνει να σταματήσει αυτή η τόσο επιβαρυντική για το Δημόσιο και τις επόμενες γενιές επιχορήγηση. Το ζήτημα είναι κυρίως πολιτικό, γιατί εξαρτάται από την πολιτική βούληση και τις δυνατότητες κάθε κυβέρνησης να συγκρουσθεί με ισχυρή συνδικαλιστική συντεχνία, που ασφαλώς θα έχει στήριξη πολιτική και από άλλες συντεχνίες. Οι ρυθμίσεις όμως μιας κατάστασης με νόμο τελούν υπό την εξυπακουόμενη ρήτρα rebus sic standibus, δηλαδή της μη αλλαγής των συνθηκών.

Από το 1999 έχουν συμβεί πολλές αλλαγές τής τότε κατάστασης, όπως τα μνημόνια, η απομείωση της περιουσίας της ΔΕΗ, ως προς δε την ασφαλιστική περιουσία κατά πολύ κάτω του παραπάνω ποσού και ο περιορισμός της δραστηριότητάς της, οι μειώσεις των συντάξεων όλων των συνταξιούχων και ο κίνδυνος επιβίωσης για το ασφαλιστικό σύστημα. Συνεπώς, τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με την αναλογικότητα των εισφορών και των συντάξεων των ασφαλισμένων ΔΕΗ με γνώμονα την καλή πίστη και τις αρχές του κράτους δικαίου για τη λήψη απόφασης πολιτικής λύσης του παραπάνω προβλήματος.

* Ο κ. Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι αρεοπαγίτης ε.τ.