ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θεαματική αύξηση της έκθεσης των τραπεζών σε κρατικό χρέος

theamatiki-ayxisi-tis-ekthesis-ton-trapezon-se-kratiko-chreos-561321448

Αναζωπυρώνεται η ανησυχία για τους κινδύνους που εγκυμονούν οι στενοί δεσμοί ανάμεσα στις υπερχρεωμένες κυβερνήσεις της Ευρωζώνης και στις τράπεζές της, και μαζί της και ο προβληματισμός για τις εγγενείς αδυναμίες στον σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης που ανέδειξε με οδυνηρό τρόπο πριν από μία δεκαετία η κρίση χρέους.

Αυτό συμβαίνει επειδή οι τράπεζες της Ευρωζώνης μείωσαν την έκθεσή τους σε ομόλογα των χωρών τους μετά την κρίση χρέους της Ελλάδας και το πακέτο στήριξής της το 2015, αλλά άρχισαν και πάλι να αγοράζουν κρατικά ομόλογα από πέρυσι, όταν οι χώρες της Ευρωζώνης επιδόθηκαν σε αυξημένο δανεισμό για να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της Ευρωζώνης. Η εικόνα προκύπτει από στοιχεία της ΕΚΤ, που προδίδουν ότι η έκθεση του τραπεζικού κλάδου της Ευρωζώνης σε κρατικό χρέος εκτινάχθηκε μέσα σε 12 μήνες φθάνοντας τον Φεβρουάριο τα 2,1 τρισ. ευρώ. Πρόκειται για θεαματική αύξηση, δεδομένου ότι μόλις 12 μήνες νωρίτερα τα κρατικά ομόλογα χωρών της Ευρωζώνης στους ισολογισμούς των τραπεζών της ανέρχονταν μόνο σε 140 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, που επικαλείται στοιχεία της ΕΚΤ, ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η έκθεση που έχουν οι τράπεζες της Ιταλίας και της Γαλλίας στο χρέος των χωρών τους. Τον περασμένο Αύγουστο, η έκθεση των ιταλικών τραπεζών στα ομόλογα του ιταλικού δημοσίου ανερχόταν σε 712 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση άνω του 9% σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους. Εκτοτε έχει σημειώσει ελάχιστη μείωση, ανερχόμενη στο 18% του συνολικού ενεργητικού τους, και είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη έκθεση των τραπεζών άλλων χωρών στο κρατικό χρέος.

Σε ό,τι αφορά τις γαλλικές τράπεζες, έχουν σημειώσει ραγδαία αύξηση του γαλλικού χρέους στα χαρτοφυλάκιά τους, που έχει εκτιναχθεί στο επίπεδο ρεκόρ των 431 δισ. ευρώ με στοιχεία του Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για αύξηση άνω του 18% σε σύγκριση με τα επίπεδα στα οποία ανερχόταν η έκθεσή τους τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους. Είναι, πάντως, λιγότερο ανησυχητική από εκείνη των ιταλικών τραπεζών, καθώς αντιπροσωπεύει το 4% του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων. Η εικόνα αυτού του σφιχτού εναγκαλισμού ανάμεσα σε τράπεζες και κυβερνήσεις θυμίζει έντονα την κρίση χρέους της Ευρωζώνης, όταν οι τράπεζες αποδυνάμωναν τα δημόσια οικονομικά και αντιστρόφως, με αποτέλεσμα η αλληλεξάρτηση αυτή να απειλήσει με διάλυση όλη την Ευρωζώνη.

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα η Χάικε Μάι, αναλύτρια της Deutsche Bank, υπογράμμισε πως «σε αντίθεση με άλλους κινδύνους για τους οποίους ελήφθησαν μέτρα στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης, δεν έχει ακόμη αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος του κρατικού χρέους στους ισολογισμούς των τραπεζών». Η ίδια χαρακτηρίζει αυτήν τη συνεχιζόμενη εμπλοκή τραπεζών και κυβερνήσεων «ελέφαντα στο δωμάτιο» και τονίζει πως η εκτίναξη του κρατικού χρέους εξαιτίας της πανδημίας καθιστά επιτακτική την ανάγκη για μεταρρύθμιση και αντιμετώπιση του προβλήματος. Το θέμα έχει πράγματι επανέλθει στην επικαιρότητα λόγω του μεγάλου όγκου χρέους που εξέδωσαν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης για να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. Βρίσκεται, άλλωστε, στην ατζέντα των Βρυξελλών, καθώς είναι σε εξέλιξη η διαδικασία διαβούλευσης της Κομισιόν για τις ενδεδειγμένες αλλαγές στο οπλοστάσιο της Ευρωζώνης σχετικά με την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, αλλά και για το πλαίσιο της ασφάλισης καταθέσεων. Οπως, πάντως, επισημαίνει ο Νίκολας Βέρον, συνεργάτης του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες, «οι κίνδυνοι εκτείνονται πέρα από τον ορίζοντα που βλέπουν σήμερα οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και προβληματίζονται».

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξέδωσαν ρεκόρ χρέους για να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας, με αποτέλεσμα το χρέος της Ευρωζώνης να έχει υπερβεί το 100% του ΑΕΠ της για πρώτη φορά. Το κόστος δανεισμού των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων βρίσκεται, όμως, κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα χάρη στον συνδυασμό των δύο προγραμμάτων αγοράς ομολόγων που έχει εφαρμόσει η ΕΚΤ, αλλά και το πρωτοφανές Ταμείο Ανάκαμψης με κεφάλαια ύψους 750 δισ. ευρώ για δάνεια και εγγυήσεις που συμφώνησαν οι χώρες της Ευρωζώνης εν τω μέσω του πρώτου κύματος της πανδημίας. Και όπως τονίζει ο Ζακ ντε Λαροζιέρ, πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ και της Τράπεζας της Γαλλίας, «οι τράπεζες ανταποκρίνονται στις εκδόσεις των ομολόγων χωρών της Ευρωζώνης αφενός επειδή τις θεωρούν καλή επένδυση και αφετέρου επειδή τα κράτη τις ενθαρρύνουν να αγοράσουν τα ομόλογά τους για να διασφαλίσουν επάρκεια ρευστότητας». Παράλληλα, οι ρυθμίσεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζουν το κρατικό χρέος ως ασφαλή επένδυση για τις τράπεζες, επένδυση που δεν φέρει πιστωτικό κίνδυνο δηλαδή.