ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο ΟΔΔΗΧ πρόλαβε την αναταραχή που αναμένεται στις αγορές, εκτιμά η Citi

Ο ΟΔΔΗΧ πρόλαβε την αναταραχή που αναμένεται στις αγορές, εκτιμά η Citi

Ο έξυπνος χειρισμός του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους, ο οποίος επέλεξε την εμπροσθοβαρή έκδοση ομολόγων, φέρνει την Ελλάδα σε καλύτερη θέση σε σχέση με άλλες χώρες ενόψει της αναταραχής που αναμένεται να σημειωθεί στην αγορά από τα μέσα του έτους, επισημαίνει η Citi. Ωστόσο, μετά την πανδημία η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με σημαντικές δυσκολίες, καθώς θα χρειαστεί τη μεγαλύτερη προσαρμογή χρέους στην Ε.Ε., επισημαίνει από την πλευρά της η Barclays.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη Citi, οι χώρες με εμπροσθοβαρή προγράμματα δανεισμού αναμένεται να επωφεληθούν περισσότερο, καθώς η πρόοδος στους εμβολιασμούς και η οικονομική ανάκαμψη θα δικαιολογήσουν απολύτως έναν πιο αργό ρυθμό αγορών ομολόγων από την ΕΚΤ μετά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου και την αρχή του λεγόμενου tapering του PEPP, που θα κορυφωθεί μετά τον Σεπτέμβριο και έως το τέλος της χρονιάς. Αυτό θα ασκήσει πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων, οδηγώντας ακόμα και σε sell-off, κάτι που δεν θα ευνοήσει τις χώρες που θέλουν να βγουν στις αγορές από τα τέλη του β΄ τριμήνου και μετά.

Η Ελλάδα μαζί με την Πορτογαλία, οι οποίες και έχουν ήδη ολοκληρώσει το 60%-65% των στόχων δανεισμού τους από τις αγορές φέτος, είναι οι περισσότερο «προστατευμένες» έναντι των κινδύνων, όπως επισημαίνει η Citi, εκτιμώντας πως το ελληνικό Δημόσιο θα πραγματοποιήσει νέα έξοδο στις αγορές εντός του τρέχοντος τριμήνου με ένα νέο 7ετές ομόλογο για την άντληση 2 δισ. ευρώ. Συγκριτικά, σε μέσο όρο οι χώρες της Ευρωζώνης έχουν καλύψει έως τώρα το 32% του φετινού στόχου τους. Ετσι, έως τον Ιούνιο η Ελλάδα θα έχει καλύψει άνω του 80% του φετινού στόχου της, με άλλη μία έξοδο στις αγορές να ακολουθεί τον Σεπτέμβριο, με το «άνοιγμα» του 10ετούς ομολόγου για 2 δισ. ευρώ.

Αξίζει να σημειώσουμε πως έτσι κι αλλιώς στόχος του ΟΔΔΗΧ ήταν η εκδοτική δραστηριότητα να είναι εμπροσθοβαρής φέτος, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της να γίνει το α΄ εξάμηνο, καθώς στο δεύτερο μισό του έτους οι προοπτικές σχετικά με τα επιτόκια των ομολόγων θεωρούνται πολύ αβέβαιες.
Ενας επιπλέον κίνδυνος για τα ομόλογα της περιφέρειας είναι, κατά τη Citi, η πιθανή καθυστέρηση της ενεργοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης, κάτι το οποίο, εκτός από πιέσεις στα ομόλογα, θα ασκήσει πιέσεις και στις χρηματοδοτικές ανάγκες των χωρών.

Η αύξηση του χρέους και των ελλειμμάτων που «επιβάλλει» η πανδημία είναι ωστόσο ένα ζήτημα που δεν απασχολεί έντονα τις κυβερνήσεις και τους θεσμούς, δεδομένου ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. έχουν «παγώσει» και αναμένεται, σύμφωνα με την Barclays, η αναστολή αυτή να ισχύσει και το 2022. Ωστόσο, η επιστροφή στη… δημοσιονομική κανονικότητα από το 2023 θα απαιτήσει προσπάθειες βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής από σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της βρετανικής τράπεζας, η σωρευτική προσαρμογή χρέους που θα χρειαστεί η Ελλάδα το 2023-2024, όταν θα ενεργοποιηθούν και πάλι οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε., θα είναι η μεγαλύτερη στην περιοχή (13%) και ακολουθούν η Ιταλία (σχεδόν 10%), η Πορτογαλία (άνω του 6%), καθώς και η Ισπανία και η Γαλλία (6%).