ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η συμφωνία CVC – ETE για τα ασφαλιστικά προϊόντα

i-symfonia-cvc-ete-gia-ta-asfalistika-proionta-561326824

Από την κινητοποίηση των 3.800 υπαλλήλων που εργάζονται σήμερα στο τραπεζικό δίκτυο των 360 καταστημάτων της Εθνικής Τράπεζας εξαρτάται η είσπραξη του ενός τρίτου του τιμήματος που έχει συμφωνήσει με το CVC Capital Partners για την εξαγορά του 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής. Πρόκειται για τα 120 εκατ. ευρώ, τα οποία αποτελούν το λεγόμενο «τίμημα υπό αίρεση» και όπως έχει συμφωνήσει το CVC θα καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα σε βάθος 5ετίας, εφόσον επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι απόδοσης μέσω της πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων.

Οπως προβλέπει το επιχειρησιακό σχέδιο, λεπτομέρειες του οποίου δημοσιεύει η «Κ», οι τραπεζοασφαλιστικές εργασίες (bancassurance) θα πρέπει να αυξηθούν κατά 78% έως και το 2023, με στόχο να αντιπροσωπεύουν το ένα τρίτο τουλάχιστον των συνολικών ασφαλίστρων που θα πετύχει η Εθνική Ασφαλιστική τα προσεχή χρόνια. Με τον τρόπο αυτό το τραπεζικό δίκτυο καλείται να αποτελέσει ένα σημαντικό κανάλι διανομής για τη μεγέθυνση των εργασιών της Εθνικής Ασφαλιστικής, στην οποία η Εθνική Τράπεζα θα διατηρήσει το 9,99%.

Επιπλέον, εκτός από τους υψηλούς παραγωγικούς στόχους οι επιδόσεις του τραπεζικού δικτύου θα αποτιμώνται και σε όρους απόδοσης, στον βαθμό που όπως προβλέπει η συμφωνία, το CVC θα καταβάλει στην Εθνική Τράπεζα προμήθειες, ανά τρίμηνο, οι οποίες «θα βασίζονται στα τεχνικά κέρδη των ασφαλιστικών προϊόντων που θα πωλούνται και όχι στο ύψος των ασφαλίστρων». Το τεχνικό κέρδος για ένα ασφαλιστικό προϊόν προκύπτει από τα ασφάλιστρα που εισπράττει η εταιρεία, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα για αποζημιώσεις και τα έξοδα διάθεσης και διαχείρισης. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τα έσοδα από επενδύσεις, που αποτελούν βασική πηγή για τις ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικά για τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια, καθιστώντας σύμφωνα με εκτιμήσεις τον όρο αυτό ετεροβαρή για την Εθνική Τράπεζα, η οποία δεν θα έχει την ευθύνη για τον σχεδιασμό των ασφαλιστικών προϊόντων. Οπως εξηγεί κορυφαίο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς, με εμπειρία στον χώρο του bancassurance, πρόκειται για όρο που δεν αποτελεί συνήθη πρακτική σε παρόμοιες συμφωνίες και αποσκοπεί στο να βελτιστοποιήσει το παραγωγικό αποτέλεσμα, αποτρέποντας το δίκτυο από την πώληση προϊόντων με χαμηλό περιθώριο κέρδους.

Η συμφωνία που έχει συνάψει η Εθνική Τράπεζα με το CVC για την αποκλειστική πώληση ασφαλιστικών προϊόντων είναι 15ετούς διάρκειας και οι επιδόσεις του τραπεζικού δικτύου θα κρίνουν τόσο την προοπτική καταβολής των 120 εκατ. ευρώ (earn out), αλλά και γενικότερα την αφύπνιση της μεγαλύτερης ασφαλιστικής, που υπό την ιδιοκτησία πλέον του CVC, καλείται να αναδιοργανώσει τις παραγωγικές της δομές και να διεκδικήσει την αύξηση του μεριδίου της σε όλους τους κλάδους ασφάλισης. Με βάση το τριετές επιχειρησιακό σχέδιο για την περίοδο έως και το 2023 που έχει καταρτίσει η διοίκηση της Εθνικής Ασφαλιστικής και το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας: 

• Η ετήσια αύξηση της παραγωγής σε όλους τους κλάδους εκτιμάται στο 6%.

• Τα συνολικά ασφάλιστρα εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 39%, από τα 669 εκατ. ευρώ το 2020 στα 931 εκατ. ευρώ το 2023.

• Τα ασφάλιστρα που θα προέλθουν από το τραπεζικό δίκτυο θα αυξηθούν κατά 78%, από τα 178 εκατ. ευρώ σε 317 εκατ. ευρώ. Η αύξηση θα επιδιωχθεί υπό δυσκολότερες συνθήκες, καθώς αποσύρθηκε το προϊόν εγγυημένου επιτοκίου που αποτελούσε την αιχμή των πωλήσεων τα προηγούμενα χρόνια. Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στο επιχειρησιακό σχέδιο τα νέα προϊόντα είναι χαμηλότερης έντασης κεφαλαίου με μικρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις, καθώς ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις της ασφαλιστικής αγοράς, η Εθνική Ασφαλιστική στρέφεται αποκλειστικά σε προϊόντα επενδυτικού τύπου (unit linked), χωρίς εγγυημένη απόδοση.

Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο, τα ασφάλιστρα του κλάδου ζωής θα αυξηθούν από τα 241,2 εκατ. ευρώ σε 360,2 εκατ. ευρώ έως το 2023, εκ των οποίων τα 211,5 εκατ. ευρώ θα προέλθουν από τις πωλήσεις του τραπεζικού δικτύου. Οι πωλήσεις προϊόντων υγείας από τα 163,3 εκατ. ευρώ αναμένεται να αυξηθούν στα 201,7 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 13,5 εκατ. ευρώ θα προέλθουν από το τραπεζικό δίκτυο. Ο τομέας της υγείας αποτελεί κλάδο ειδικού ενδιαφέροντος για το CVC που ελέγχει τρία νοσηλευτήρια στη χώρα και σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, η εταιρεία στοχεύει στη σταδιακή μείωση του παλιού ζημιογόνου χαρτοφυλακίου, αλλά και σε νέες βελτιωμένες συμβάσεις με τα νοσοκομεία για τον έλεγχο και τη συγκράτηση του μέσου κόστους ζημιάς. Να σημειωθεί επίσης ότι στη σύμβαση πώλησης περιέχεται ειδικός όρος σε σχέση με το «παλιό χαρτοφυλάκιο υγείας», με βάση τον οποίο η ΕθνικήΤράπεζα δεσμεύεται να αποζημιώσει το CVC για την επιδείνωση των αποθεματικών. Το ανώτατο όριο αποζημίωσης καλύπτει περίοδο έως και 10 έτη από την ολοκλήρωση της συναλλαγής και αφορά συγκεκριμένες ταμειακές ροές από το παλιό χαρτοφυλάκιο, ενώ προβλέπεται και μηχανισμός κατανομής κινδύνου, βάσει του οποίου το CVC θα συμμετέχει στον κίνδυνο σε ποσοστό 22,5%.
Σημαντική συμμετοχή θα έχει το τραπεζικό δίκτυο και στις πωλήσεις ασφαλιστικών προγραμμάτων αυτοκινήτου, κλάδος στον οποίο η Εθνική Ασφαλιστική έχει σήμερα μερίδιο 7,6% και στόχος είναι να αυξηθεί στο 9,2% έως και το 2023 με την πρόσκτηση 35.000 νέων συμβολαίων κάθε χρόνο, εκ των οποίων οι 11.000 μέσω bancassurance.

Η Εθνική Τράπεζα θα εισπράξει άμεσα ποσό ύψους 234 εκατ. ευρώ

i-symfonia-cvc-ete-gia-ta-asfalistika-proionta0
Το περιεχόμενο της συμφωνίας καλείται να εγκρίνει η γενική συνέλευση της ΕΤΕ που έχει συγκληθεί εκτάκτως για τις 21 Απριλίου.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας με το CVC η Εθνική Τράπεζα αναλαμβάνει επίσης σειρά δεσμεύσεων, μεταξύ των οποίων η έκδοση ομολογιακού δανείου (Tier II) ύψους 125 εκατ. ευρώ από την πλευρά της Εθνικής Ασφαλιστικής, το οποίο θα αγοράσει η τράπεζα και θα διευρύνει περαιτέρω την κεφαλαιακή βάση της εταιρείας. 

Η έκδοση ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης θα ενισχύσει τα κεφάλαια της Εθνικής Ασφαλιστικής, τα οποία σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση φερεγγυότητας της εταιρείας για το 2020 ανέρχονται στα 654,5 εκατ. ευρώ έναντι κεφαλαιακής απαίτησης 380 εκατ. ευρώ με τη χρήση μεταβατικών μέτρων και στα 500,2 εκατ. ευρώ χωρίς τη χρήση μεταβατικών μέτρων. Η χρήση μεταβατικών μέτρων σημαίνει ότι η εταιρεία προεξοφλεί τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις με ευνοϊκή καμπύλη επιτοκίων και σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση φερεγγυότητας του 2020, διαμορφώνουν τον δείκτη κεφαλαιακής απαίτησης στο 172%, ενώ χωρίς τη χρήση μεταβατικών μέτρων ο δείκτης φερεγγυότητας ανέρχεται στο 132%, πάνω δηλαδή από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας που ορίζει το Solvency II. Σημειώνεται ότι η ύπαρξη υψηλής κεφαλαιακής επάρκειας, που θα ενισχυθεί περαιτέρω με την έκδοση ομολόγου Tier II, δίνει τη δυνατότητα να επιστραφεί κεφάλαιο στους μετόχους.

Οπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Εθνικής Τράπεζας, για το περιεχόμενο της συμφωνίας που καλείται να εγκρίνει η γενική συνέλευσή της η οποία έχει συγκληθεί εκτάκτως για τις 21 Απριλίου, το τίμημα των 505 εκατ. ευρώ που αποτελεί την αποτίμηση του 100% της Εθνικής Ασφαλιστικής περιλαμβάνει:

1. Τίμημα αγοράς άνευ αιρέσεως, όπως ονομάζεται, ύψους 385 εκατ. ευρώ. Στα 385 εκατ. ευρώ περιλαμβάνεται ποσό 125 εκατ. ευρώ που θα καταβληθεί πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Το μέρος αυτό του τιμήματος υπόκειται σε αναπροσαρμογές («αναβαλλόμενο τίμημα αγοράς») που έχουν να κάνουν με το ύψος των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, ο οποίος κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής δεν θα πρέπει να είναι χαμηλότερος από ό,τι έχει συμφωνηθεί με βάση τους στόχους, που αναφέρονται στο επιχειρησιακό σχέδιο της Εθνικής Ασφαλιστικής. 

2. Τίμημα υπό αίρεση («earn-out») μέχρι του ποσού των 120 εκατ. ευρώ. Οι αιρέσεις έχουν να κάνουν με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων απόδοσης από την πώληση τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων από την τράπεζα από το 2022 έως το 2026. Από τα 120 εκατ. ευρώ, τα τελευταία 30 εκατ. ευρώ δεν θα καταβληθούν σε περίπτωση που το CVC δεν επιτύχει την απόδοση που στοχεύει από την επένδυσή του. 

Χωρίς τον συνυπολογισμό του αναβαλλόμενου τιμήματος και του τιμήματος υπό αίρεση, το έσοδο που θα εισπράξει άμεσα η Εθνική Τράπεζα διαμορφώνεται στα 234 εκατ. ευρώ.

Στην περίπτωση που το CVC αποεπενδύσει πρόωρα, όσον αφορά το τίμημα υπό αίρεση, θα γίνει αναλογική καταβολή του ποσού που θα έχει προκύψει μέχρι την ημερομηνία αποεπένδυσης και το τυχόν υπόλοιπο που θα προκύψει μετά την αποεπένδυση μπορεί να είναι πληρωτέο στο πλαίσιο της σύμβασης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων είτε από την Εθνική Ασφαλιστική προς την τράπεζα με τη μορφή επιπρόσθετων έκτακτων προμηθειών είτε από την τράπεζα προς την Εθνική Ασφαλιστική. Οσον αφορά το αναβαλλόμενο τίμημα αγοράς, είτε το CVC θα καταβάλει το αντίστοιχο ποσό αμέσως μετά την έξοδό του είτε θα χορηγήσει στην τράπεζα εγγύηση, που θα δεσμεύεται για την καταβολή του αντίστοιχου ποσού πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.