ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναμένουμε αύξηση των «κόκκινων» δανείων

Ο διευθυντής οικονομικής ανάλυσης της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, Μάριο Κουαλιαριέλο, μιλάει στην «Κ»

anamenoyme-ayxisi-ton-kokkinon-daneion-561334324

anamenoyme-ayxisi-ton-kokkinon-daneion0Οι τράπεζες τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν μια σημαντική αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της πανδημίας και να προετοιμαστούν για την ενεργή διαχείρισή τους. Αυτό επισημαίνει στη συνέντευξή του στην «Κ» ο διευθυντής οικονομικής ανάλυσης και στατιστικής της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority) κ. Μάριο Κουαλιαριέλο, εξηγώντας ότι το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος θα αποτυπωθεί μέσω των stress tests που έχουν ξεκινήσει και τα αποτελέσματα των οποίων αναμένεται να δημοσιοποιηθούν τον Ιούλιο.

– Τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία δείχνουν ότι στο τέλος του 2020 σημειώθηκε μείωση των «κόκκινων» δανείων στη Ζώνη του Ευρώ και στην Ελλάδα. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις αύξησης των καθυστερήσεων στο επίπεδο των δανείων που έχουν εισέλθει στο «Στάδιο 2», δηλαδή αυτών που εμφανίζουν καθυστέρηση έως 3 μήνες. Ποιες είναι οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των «κόκκινων» δανείων βάσει αυτών των ενδείξεων;

– Πράγματι, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) μειώθηκε περαιτέρω το δ΄ τρίμηνο του 2020, φτάνοντας το 2,6% σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό επιβεβαιώνει ότι τα μέτρα στήριξης των πολιτών ήταν μέχρι στιγμής αποτελεσματικά. Ωστόσο, υπάρχουν πρώιμα σημάδια επιδείνωσης της ποιότητας των δανείων, όπως για παράδειγμα αυτών που ταξινομούνται στο «Στάδιο 2». Αυτά τα δάνεια εξακολουθούν να εξυπηρετούνται, αλλά αντιμετωπίζουν σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου και απαιτούν πρόσθετες προβλέψεις. Επίσης τα NPLs άρχισαν να αυξάνονται για ορισμένους τομείς που επηρεάζονται περισσότερο από την πανδημία, όπως η διαμονή, οι υπηρεσίες τροφίμων, οι τέχνες και η ψυχαγωγία και είναι σαφές ότι αναμένουμε μια περαιτέρω επιδείνωση των «κόκκινων» δανείων, ιδίως με τη σταδιακή κατάργηση των μέτρων στήριξης. 
 
– Οι ελληνικές τράπεζες εκτιμούν ότι τα νέα «κόκκινα» δάνεια που θα αφήσει η πανδημία δεν θα υπερβούν τα 5 δισ. ευρώ. Θεωρείτε αυτόν τον στόχο ρεαλιστικό σε σχέση με το ποσό των δανείων που έχουν τεθεί σε μορατόριουμ και πόσα είναι αυτά με βάση τα στοιχεία της EBA;

– Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο στη μείωση των «κόκκινων» δανείων και από το 39,7% που ήταν ο δείκτης NPLs το 2014 βρίσκονται πλέον στο 25,5%. Με βάση τα στοιχεία της EBA τα δάνεια που ήταν σε μορατόριoυμ από τις ελληνικές τράπεζες το γ΄ τρίμηνο 2020 ήταν 22,2 δισ. ευρώ και το δ΄ τρίμηνο μειώθηκαν στα 4,1 δισ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά αυτών των δανείων φαίνεται ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 32% από τα 22,2 δισ. ευρώ είναι στην κατηγορία 2 και το ποσοστό της αθέτησης (δείκτης NPL) διαμορφώνεται στο 17,5%, ενώ σε ό,τι αφορά τα 4,1 δισ. ευρώ που ήταν με βάση τα στοιχεία τέλους 2020 τα υπόλοιπα των δανείων σε μορατόριουμ, το ποσοστό της αθέτησης διαμορφώνεται στο 7% και στο 27,9% είναι το ποσοστό εκείνων που είναι στο «Στάδιο 2».

Πρέπει να επισημάνω ότι δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια ακόμη πόσα από τα δάνεια που έχουν βγει από το καθεστώς των αναστολών είναι οριστικά εξυπηρετούμενα. Αυτό γιατί πολλά που δεν χαρακτηρίζονται πλέον επιλέξιμα για να παραμείνουν ως επιλέξιμα σε μορατόριουμ με βάση τον ορισμό της ΕΒΑ, έχουν ενταχθεί σε άλλα προγράμματα επιδότησης από το κράτος είτε σε προγράμματα σχεδιασμένα από τις τράπεζες. Υπό αυτή την έννοια είναι ακόμη δύσκολο να κάνουμε ακριβείς προβλέψεις, αλλά πιστεύουμε ότι τα stress tests σε όλη την Ε.Ε. θα μας δώσουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για το τι μπορούμε να περιμένουμε σε ένα δυσμενές σενάριο. Ωστόσο, είναι σαφές ότι οι τράπεζες πρέπει να είναι προετοιμασμένες για μια αύξηση των NPLs και να είναι ενεργές στη διαχείρισή τους.

– Ενα σημαντικό μέρος των δανείων που έχουν βγει από το μορατόριουμ έχει συμπεριληφθεί σε κυβερνητικά προγράμματα επιδοτήσεων ή σε «προγράμματα ενίσχυσης» που έχουν σχεδιαστεί από τις τράπεζες. Ποιος θα είναι ο χειρισμός αυτών των δανείων από εποπτικής πλευράς;

– Η γενικευμένη αναστολή ήταν ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο για την παροχή ανάσας στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις τη στιγμή κατά την οποία πολλές οικονομικές δραστηριότητες έκλεισαν ως μέρος των μέτρων κοινωνικής απόστασης. Θέσαμε τη διάρκεια των 9 μηνών ως μια εύλογη διάρκεια για την παροχή ρευστότητας και εκτιμούμε ότι πέραν αυτής της διάρκειας το πρόβλημα αθέτησης γίνεται πλέον πιο δομικό και υπερβαίνει το προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα μέτρα στήριξης που έχουν εφαρμόσει οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες είναι εκτός του πεδίου παρέμβασης της ΕΒΑ. Αυτό που κάνουμε είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι για τα δάνεια και τις περιπτώσεις που ο δανειολήπτης δεν πληρώνει γιατί του δίνεται η δυνατότητα να μην πληρώσει για μια συγκεκριμένη περίοδο λόγω εφαρμογής παρόμοιων μέτρων, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα ταξινομείται στην κατηγορία των ρυθμισμένων δανείων ή σε καθεστώς αθέτησης. Οι κατευθύνσεις μας ορίζουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει να εξετάσουν αυτά τα δάνεια ανά περίπτωση προκειμένου να διαπιστώσουν εάν ο δανειολήπτης είναι πιθανόν να μην πληρώσει (unlikely to pay) και στην περίπτωση που αυτό προκύπτει, τότε πρέπει να ταξινομηθεί στην κατηγορία της καθυστέρησης. 

Αυτή είναι άλλωστε και η άσκηση που θα γίνει στο πλαίσιο των stress tests, δηλαδή η εξέταση ανά περίπτωση. Αυτό βέβαια δεν θα πρέπει να αποτρέπει τις τράπεζες από το να εφαρμόζουν μέτρα ανακούφισης, αλλά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν θεωρούμε ότι είναι το καταλληλότερο για έναν οφειλέτη να μεταθέτει συνεχώς τις πληρωμές του. Είναι προτιμότερο να ρυθμίσει σε συνεργασία με την τράπεζα το δάνειό του, παρά να παρατείνει διαρκώς την αποπληρωμή. Θεωρούμε ότι εάν αυτά τα μέτρα στήριξης διατηρηθούν επί μακρόν είναι επιβλαβή τόσο για την τράπεζα όσο και για τους ίδιους τους οφειλέτες. 
 
– Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να έχουν το υψηλότερο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ευρωζώνη και η περαιτέρω μείωσή τους προϋποθέτει την κατανάλωση σημαντικού μέρους του κεφαλαίου που έχουν δημιουργήσει. Σε τι βαθμό έχουν μέχρι σήμερα «καταναλώσει» τα κεφαλαιακά αποθέματα; 

– Αυτό που έχουμε δει κατά το δ΄ τρίμηνο του 2020 για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι πράγματι υπήρξε μια μείωση των κεφαλαίων τους, αν και δεν μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πώς χρησιμοποιήθηκαν αυτά τα κεφάλαια, δηλαδή εάν καταναλώθηκαν για πρόσθετες προβλέψεις ή λόγω της αύξησης των χορηγήσεων και της αύξησης του σταθμισμένου ενεργητικού τους (RWA). Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι είχαμε μια μείωση των κεφαλαίων τους, τα οποία όμως είναι πάνω από τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια και άρα υπάρχει περιθώριο απορρόφησης των ζημιών. Με βάση τα στοιχεία μας ο βασικός δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 12,7% για τις ελληνικές τράπεζες το 2020 έναντι 13,6% το 2019, ενώ για τις ευρωπαϊκές τράπεζες ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 15,5% από 15% στα τέλη του 2019. 

Συνολικά, ο τραπεζικός τομέας της Ε.Ε. έχει υψηλή κεφαλαιοποίηση και υπάρχουν ρυθμιστικά κεφάλαια για την απορρόφηση πιστωτικών κινδύνων. Η εποπτική κοινότητα ήταν επίσης καλά συντονισμένη και ξεκάθαρη στην επικοινωνία ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα buffers και ότι θα δοθεί στις τράπεζες αρκετός χρόνος για την ανοικοδόμησή τους μόλις τελειώσει η κρίση. 
 
– Η EBA άρχισε να συλλέγει δεδομένα για τη διεξαγωγή των stress tests υπό αντίξοες συνθήκες λόγω της επιμονής της πανδημίας. Πώς θα αξιολογηθούν οι τράπεζες; 

– Πράγματι, το stress tests σε επίπεδο Ε.Ε. το 2021 βρίσκονται σε εξέλιξη και αναμένουμε να δημοσιεύσουμε τα αποτελέσματα τον Ιούλιο. Το βασικό σενάριο που έχουμε υιοθετήσει βασίζεται στις εκτιμήσεις της ΕΚΤ για την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και άρα αυτό πάνω στο οποίο θα «στρεσαριστούν» οι τράπεζες είναι το δυσμενές σενάριο, γιατί θέλουμε να διαπιστώσουμε ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα εάν οι οικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν. Το δυσμενές σενάριο είναι μεν αυστηρό, αλλά είναι αυτό που μας ενδιαφέρει γιατί αποτυπώνει ουσιαστικά την αβεβαιότητα σε σχέση με την επιμονή της πανδημίας και την πορεία των εμβολίων που θα καθορίσουν και την επανεκκίνηση της οικονομίας. Οι τράπεζες ήταν μέχρι στιγμής ανθεκτικές και τα stress tests θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τι μπορούμε να περιμένουμε εάν η κατάσταση δεν βελτιωθεί και οι οικονομικές συνθήκες παραμένουν αδύναμες για πολύ. Ανάλογα με το αποτέλεσμα της άσκησης, αλλά και με την εξέλιξη της οικονομίας από τώρα έως τον Ιούλιο, θα χρησιμοποιήσουμε τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν για να ξεκινήσουμε τη συζήτηση πιθανών στρατηγικών εξόδου από τα έκτακτα μέτρα στήριξης ή για την εξέταση πρόσθετων ενεργειών για τη βοήθεια στην οικονομία.