Categories: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πάνος Τσακλόγλου στην «Κ»: Κρίση και προοπτικές

Η Ελλάδα στάθηκε άτυχη ως προς τη χρονική συγκυρία της πανδημίας. Η χώρα έβγαινε από μακρά και οξεία οικονομική κρίση. Το δημόσιο χρέος ήταν εξαιρετικά υψηλό, αλλά με χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν διαχειρίσιμο, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα: πολύ μακρές περίοδοι αποπληρωμής, χαμηλά επιτόκια και σε, πολύ μεγάλο ποσοστό, διακρατικό. Παρά τις απαιτήσεις για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και διεθνών οίκων, ήταν ευοίωνες.

Οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς. Λόγω τόσο της επιβολής περιοριστικών μέτρων για την αποφυγή της εξάπλωσης της πανδημίας όσο και της μεγάλης συμβολής στο ΑΕΠ κλάδων που επλήγησαν με μεγάλη σφοδρότητα από την κρίση (τουρισμός, εστίαση, λιανεμπόριο), η επίπτωση στο ΑΕΠ ήταν σημαντικότατη, ενώ τα μέτρα στήριξης της οικονομίας μετέτρεψαν τα πρωτογενή πλεονάσματα σε υψηλά ελλείμματα και ανέβασαν τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ άνω του 200%. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ ήταν αποφασιστικής σημασίας για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων και την αναχρηματοδότηση του δημοσίου χρέους και, ιδίως, την απορρόφηση κραδασμών που, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαν να έχουν ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες.

Σε γενικές γραμμές, η διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της κρίσης της πανδημίας μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής. Ναι μεν η μείωση του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2020 ήταν μεγάλη, αλλά όχι η μεγαλύτερη στην Ε.Ε. όπως προέβλεπαν στην αρχή της κρίσης όλοι ανεξαιρέτως οι διεθνείς οργανισμοί και αρκετά μικρότερη σε μέγεθος από τις εκτιμήσεις τους. Επιπρόσθετα, το ποσοστό ανεργίας παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, όμως η μεταβολή του στη διάρκεια της πανδημίας ήταν η δεύτερη καλύτερη στην Ε.Ε. μετά την Ιταλία.

Η επόμενη μέρα δεν προβλέπεται ανέφελη, όμως οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας είναι καλές. Δύο είναι οι κύριοι προωθητικοί παράγοντες: επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Παρότι εδώ και αρκετά χρόνια το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην Ε.Ε., σειρά μελετών δείχνει ότι η ελληνική οικονομία έχει δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή συγκεκριμένων αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, οι επενδυτικές ευκαιρίες υπάρχουν. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας, που κατά τη δεκαετία μετά την ένταξη στην Ευρωζώνη αυξανόταν με ταχείς ρυθμούς, έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ η χώρα διαθέτει εργατικό δυναμικό αρκετά υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου, μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας ή υποαπασχόλησης και, επομένως, μπορεί να απασχοληθεί άμεσα σε θέσεις εργασίας που θα προκύψουν από νέες επενδύσεις.

Πέραν της αβεβαιότητας, η οποία έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ένας από τους πλέον σοβαρούς ανασταλτικούς παράγοντες για την υλοποίηση επενδύσεων ήταν η έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων. Στην παρούσα συγκυρία, με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης διαθέσιμους να χρηματοδοτήσουν το φιλόδοξο πρόγραμμα της ελληνικής κυβέρνησης, τα κεφάλαια του ΕΣΠΑ, τη σταδιακή επανένταξη των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, αλλά και τις αυξημένες τον τελευταίο καιρό αποταμιεύσεις των ελληνικών νοικοκυριών (στον βαθμό που αυτές δεν αποτελούν απλώς αναβληθείσα κατανάλωση) σοβαρό πρόβλημα πόρων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων δεν φαίνεται να υπάρχει.

Ως προς τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις –η έλλειψη των οποίων συνετέλεσε τα μέγιστα στο να οδηγηθούμε στην κρίση της προηγούμενης δεκαετίας– δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων προσαρμογής, η Ελλάδα υλοποίησε μεγάλο αριθμό μεταρρυθμίσεων. Η πανδημία δεν σταμάτησε τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια, όπως φαίνεται κυρίως από την απότομη «ψηφιακή ενηλικίωση» τμημάτων του δημοσίου τομέα, αλλά και από την προετοιμασία σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα έρθουν στη Βουλή προς ψήφιση στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, όπως τα δύο εμβληματικά νομοσχέδια του υπουργείου Εργασίας για τις εργασιακές σχέσεις και την επικουρική ασφάλιση.

Υπάρχουν, όμως, και δύο σημαντικές προκλήσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με το τραπεζικό σύστημα. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές τράπεζες υλοποιούν φιλόδοξα προγράμματα για να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ανοίγματα. Ομως, είναι πολύ πιθανό ότι έχουμε μπροστά μας μία νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων από επιχειρήσεις που δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν τις συνέπειες της πανδημίας. Επομένως, οι όποιες προσπάθειες ενίσχυσης των ισολογισμών των τραπεζών πρέπει να επιταχυνθούν.

Η δεύτερη έχει να κάνει με το χρέος. Προφανώς, το υψηλό δημόσιο χρέος πρέπει να αποκλιμακωθεί. Η εμπειρία τόσο της προηγούμενης δεκαετίας όσο και των ευρωπαϊκών χωρών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δείχνει ότι αυτό είναι προτιμότερο να γίνει μέσω ταχύτερης ανάπτυξης παρά μέσω παρατεταμένης λιτότητας. Ο προϋπολογισμός θα επιστρέψει σε πρωτογενή πλεονάσματα, όμως οι απαιτήσεις πολύ υψηλών πλεονασμάτων μπορεί να οδηγήσουν την οικονομία σε ασφυξία. Επιπρόσθετα, η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η παραμονή της Ελλάδας κάτω από την ομπρέλα προστασίας της ΕΚΤ έχει σημαντικότατες θετικές επιπτώσεις στις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.

Εν κατακλείδι, μπορεί το δημόσιο χρέος να είναι υψηλό, αλλά οι ευκαιρίες και οι πόροι υπάρχουν και, με το κατάλληλο μείγμα πολιτικής, η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει σύντομα υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

* Ο κ. Πάνος Τσακλόγλου είναι υφυπουργός Εργασίας και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το άρθρο βασίζεται σε ομιλία στο συνέδριο του Economist «Greece: 200 years of economic survival».