ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Όλο το βάρος της ανάκαμψης στα μέτρα στήριξης της ΕΚΤ

Η Κομισιόν εκτιμά ότι η αποταμίευση δεν θα διοχετευθεί στην κατανάλωση

olo-to-varos-tis-anakampsis-sta-metra-stirixis-tis-ekt-561339913

Μολονότι η λίγο ως πολύ εξαναγκαστική αποταμίευση στην οποία οδήγησε τους Ευρωπαίους η πανδημία υπολογίζεται στα 600 δισ. ευρώ, όπως ανέφερε μέσα στην εβδομάδα η Barclays, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά πως τα χρήματα αυτά δεν πρόκειται να διοχετευθούν σε καταναλωτικές δαπάνες. Αυτό σημαίνει πως δεν θα ενισχύσουν επαρκώς οι καταναλωτικές δαπάνες την ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Προς το παρόν, πάντως, η Ε.Ε. εναποθέτει τις ελπίδες της στην τόνωση από την ΕΚΤ, που αναμένεται να υποσχεθεί σήμερα ότι θα διασφαλίσει ευνοϊκούς όρους δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Οπως τονίζει η Κομισιόν, οι σχετικές έρευνες καταναλωτών καταδεικνύουν πως πολλοί Ευρωπαίοι δεν σκοπεύουν να επιστρέψουν στα προ πανδημίας επίπεδα δαπανών όταν θα ανακληθούν τα περιοριστικά μέτρα. Στη μηνιαία έκθεσή της για τις καταναλωτικές δαπάνες, η Κομισιόν επισημαίνει πως το πλεόνασμα αποταμίευσης είναι κατά κύριο λόγο συγκεντρωμένο στα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος που τείνουν να καταναλώνουν σχετικά λίγο. Τα φτωχότερα νοικοκυριά, αντιθέτως, έχουν αποταμιεύσει συγκριτικά λίγο και είναι εκείνα που αναμένεται να επιδοθούν σε αγορές.

Το πόσο γρήγορα θα δαπανήσουν οι καταναλωτές τις οικονομίες των lockdowns αναμένεται να σταθεί καθοριστικό για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι, όμως, ακόμη πιο κρίσιμης σημασίας για την Ευρώπη, καθώς η ανάκαμψή της είναι σαφώς πιο αργή από των άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών και αιτία είναι βέβαια οι καθυστερήσεις στο εμβολιαστικό πρόγραμμα. Τα πορίσματα των ερευνών της Κομισιόν καταδεικνύουν πάντως ότι πολλοί Ευρωπαίοι καταναλωτές δεν θα μπορούν να επιστρέψουν στα προ της κρίσης επίπεδα κατανάλωσης «εξαιτίας της απαισιόδοξης εκτίμησής τους για την οικονομική τους κατάσταση όπως εξελίχθηκε τους τελευταίους 12 μήνες». Ειδικότερα η έκθεση της Κομισιόν κατέδειξε «αυξανόμενη ανισότητα πλούτου και ένα διαρκώς διευρυνόμενο εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις γενιές».

Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές προσπαθούν να προβλέψουν πώς θα κινηθεί εφεξής η ΕΚΤ, καθώς περιβάλλει αβεβαιότητα το δικό της πρόγραμμα στήριξης των ευρωπαϊκών οικονομιών. Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, οι συνομιλίες για το πώς και πότε θα τερματίσει η ΕΚΤ τα έκτακτα μέτρα στήριξης θα συνοδευθούν ενδεχομένως από μια αναθεώρηση του στόχου της για τον πληθωρισμό. Στην περίπτωση αυτή θα επικρατήσει στην αγορά αβεβαιότητα ως προς το τι είδους στήριξη θα προσφέρει η Τράπεζα και τι ύψους πληθωρισμό θα ανεχθεί όταν θα ανακάμπτει η οικονομία από τη χειρότερη ύφεση των τελευταίων δεκαετιών.

Η αβεβαιότητα αυτή εγκυμονεί τον κίνδυνο να αποσταθεροποιηθεί το κόστος δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, που θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανάκαμψή της. Μετά τη σημερινή συνεδρίαση της ΕΚΤ, η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ αναμένεται να επαναλάβει την υπόσχεσή της ότι η Τράπεζα θα διασφαλίσει ευνοϊκούς όρους δανεισμού μέχρις ότου λήξει η κρίση της πανδημίας. 

Μια τέτοια υπόσχεση, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα πώς και πότε θα μετριάσει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας και πώς θα διαχειριστεί τη μετάβαση σε πιο συνήθη εργαλεία άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Δεδομένου, πάντως, ότι επισπεύδεται το εμβολιαστικό πρόγραμμα, αναμένεται ανάκαμψη στην Ευρωζώνη που θα συνοδευθεί και από περαιτέρω πιέσεις στην ΕΚΤ για σταδιακή μείωση των αγορών ομολόγων. Ενισχύεται, έτσι, η πεποίθηση των επενδυτών ότι γύρω στα τέλη του έτους θα αυξηθούν οι αποδόσεις των ομολόγων. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου πιθανολογείται ότι οι αποδόσεις τους θα αυξηθούν φτάνοντας σε θετικό πρόσημο.

Ως εκ τούτου, πολλά στελέχη της ΕΚΤ αναμένεται να διαφωνήσουν με τη συνέχιση του έκτακτου προγράμματος αγορών ομολόγων πέραν του Μαρτίου του επόμενου έτους. Ο επικεφαλής της Τράπεζας του Βελγίου, Πιερ Βουνς, τόνισε προ ημερών ότι η ΕΚΤ μπορεί να αρχίσει να εξετάζει την προοπτική εξόδου από τα έκτακτα μέτρα «μέσα σε ένα εύλογο χρονικό πλαίσιο». Ο Ολλανδός ομόλογός του, Κλάας Κνοτ, πρότεινε μάλιστα να αρχίσει η Τράπεζα να μειώνει σταδιακά τις αγορές ομολόγων από το τρίτο τρίμηνο του έτους, ενώ ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης, Βιλερουά ντε Γκαλό, πρότεινε μια μετάβαση από το έκτακτο πρόγραμμα κατά της πανδημίας σε μια «προσαρμοσμένη» εκδοχή του παλαιότερου προγράμματος αγοράς ομολόγων σε συνδυασμό με τη διατήρηση των επιτοκίων σε αρνητικά επίπεδα αλλά και τα άλλα έκτακτα μέτρα στήριξης όπως τα μακροπρόθεσμα δάνεια και την υπόσχεση πως θα γίνει ανεκτός ένας υψηλότερος πληθωρισμός.

Οι οικονομολόγοι του Bloomberg εκτιμούν, πάντως, πως δεν πρόκειται να ανακοινωθεί η αποτίμηση της Τράπεζας για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων πριν από τον Ιούνιο. Στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου, όμως, η κ. Λαγκάρντ ενδέχεται να αφήσει να εννοηθεί ποια κατεύθυνση θα πάρουν οι συζητήσεις στους κόλπους της Τράπεζας στο εγγύς μέλλον.