ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ελλειψη συντονισμού μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών στην Ελλάδα

elleipsi-syntonismoy-metaxy-ton-rythmistikon-archon-stin-ellada-561344011

Η Ελλάδα ακολουθεί το ευρωπαϊκό πρότυπο ύπαρξης ρυθμιστικών αρχών για κάποιους από τους σημαντικούς κλάδους της οικονομίας. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων εφαρμόζει το ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς επίσης και το δίκαιο ανταγωνισμού στο συγκεκριμένο κλάδο. Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, η Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων και η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων εφαρμόζουν το αντίστοιχο ρυθμιστικό πλαίσιο στους επιμέρους κλάδους της οικονομίας, αλλά δεν έχουν αρμοδιότητα να εφαρμόσουν το δίκαιο ανταγωνισμού. Τέλος, η Επιτροπή Ανταγωνισμού εφαρμόζει το δίκαιο ανταγωνισμού σε όλους τους κλάδους της οικονομίας εκτός αυτού των τηλεπικοινωνιών και ταχυδρομείων. Η συνύπαρξη διαφόρων ρυθμιστικών αρχών που μοιράζονται την αρμοδιότητα εφαρμογής του αντίστοιχου ρυθμιστικού πλαισίου καθώς και του δικαίου ανταγωνισμού συναντάται σε λίγες άλλες χώρες στην Ε.Ε., μια και συνήθως η αρμοδιότητα των Επιτροπών Ανταγωνισμού για την εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού είναι αποκλειστική για όλους τους κλάδους της οικονομίας, χωρίς αποκλεισμό της αρμοδιότητας αυτής, όπως συμβαίνει με τις τηλεπικοινωνίες/ταχυδρομεία και την αρμοδιότητα της ΕΕΤΤ. Σε κάθε περίπτωση, όταν συνυπάρχουν διάφορες αρχές με συναρμοδιότητα, είναι αναγκαίος ο συντονισμός μεταξύ τους, κάτι το οποίο επιτυγχάνεται με τη δημιουργία ενός δικτύου συνεργασίας, όπως υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η έλλειψη όμως οποιουδήποτε πλαισίου συντονισμού μεταξύ των αρχών αυτών στην Ελλάδα είναι σίγουρα παράδοξο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι τομεακές ρυθμιστικές αρχές έλαβαν συντρέχουσες εξουσίες για την εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού με τη βρετανική επιτροπή ανταγωνισμού. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τον χαμηλό αριθμό αποφάσεων παραβάσεων που λαμβάνονταν από τις τομεακές ρυθμιστικές αρχές, το καθεστώς συντρέχουσας αρμοδιότητας άλλαξε το 2013. Σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο, καθιερώθηκε ένα καθεστώς υποχρεωτικής συνεργασίας των τομεακών αρχών και της επιτροπής ανταγωνισμού, που συνεπάγεται ότι οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να εξετάσουν εάν η εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού θα ήταν καταλληλότερη από την εφαρμογή του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου για τη συγκεκριμένη αγορά. Επίσης, καθιερώθηκε ένας πρωτεύων ρόλος στη βρετανική επιτροπή ανταγωνισμού τόσο συντονισμού του δικτύου όσο και σε ζητήματα παραβάσεων του δικαίου ανταγωνισμού έτσι ώστε να αποσοβηθούν διαφωνίες που θα οδηγούσαν σε αναποτελεσματικές αποφάσεις.

Παρά τις μεταρρυθμίσεις αυτές που επεδίωκαν την εντονότερη εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού από τους τομεακούς ρυθμιστές καθώς και την απρόσκοπτη συνεργασία μεταξύ των τομεακών ρυθμιστών και της αρχής ανταγωνισμού, τον Φεβρουάριο του 2016, το βρετανικό National Audit Office, που εξετάζει μεταξύ άλλων την αποδοτικότητα των κυβερνητικών πολιτικών, δημοσίευσε μια κρίσιμη έκθεση στην οποία εντοπίστηκαν σημαντικά προβλήματα. Η έκθεση σημείωσε ότι ιδιαίτερα μεταξύ των μικρότερων τομεακών ρυθμιστών, οι πόροι ήταν ανεπαρκείς και δεν ήταν σε θέση να χειριστούν περίπλοκες υποθέσεις του δικαίου ανταγωνισμού, λόγω της έλλειψης τεχνογνωσίας του προσωπικού τους σε τέτοια θέματα. Γενικά, διαπίστωσε ότι οι ρυθμιστικές αρχές πιθανώς θεωρούσαν τη χρήση των ρυθμιστικών τους εξουσιών ευκολότερη και αποτελεσματικότερη, αντί των εξουσιών ανταγωνισμού τις οποίες αμελούσαν συστηματικά. Παρατηρώντας ότι η ροή αποφάσεων στους ρυθμιζόμενους τομείς μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2007 και της 1ης Μαρτίου 2014 ήταν 1,5 απόφαση ετησίως και μεταξύ της 1ης Απριλίου 2014 και του 2018 ήταν 2,7 περιπτώσεις ετησίως, το ερώτημα που παραμένει είναι εάν οι ρυθμιστικές αρχές είναι προετοιμασμένες και καλά εξοπλισμένες για να συνδράμουν αποφασιστικά και αποτελεσματικά στην προστασία του δικαίου ανταγωνισμού στις αγορές υπό τη δικαιοδοσία τους. Το γεγονός ότι η βρετανική επιτροπή ανταγωνισμού έχει και αυτή δικαιοδοσία σε όλους αυτούς τους τομείς της αγοράς μειώνει όμως τη πιθανότητα ελλιπούς παρέμβασης σε περιπτώσεις παραβίασης του δικαίου ανταγωνισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην Ελλάδα, λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΕΕΤΤ στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και ταχυδρομείων.

Με βάση την εμπειρία που βίωσε η Βρετανία στον συντονισμό της εφαρμογής των ρυθμιστικών πλαισίων και του δικαίου ανταγωνισμού σε σημαντικούς τομείς της αγοράς, φαίνεται ότι είναι επιτακτική η ανάγκη να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού και των ΕΕΤΤ, ΡΑΣ, ΡΑΕ, ΡΑΛ, ιδιαίτερα σε περίπτωση συναρμοδιότητας στην εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού (εάν υιοθετηθεί το βρετανικό μοντέλο), αλλά και επίσης σε περίπτωση που υιοθετηθεί το μοντέλο χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως θα πρέπει κανονικά, όπου οι Επιτροπές Ανταγωνισμού έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα στην εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού, ενώ οι ρυθμιστικές αρχές έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για το ρυθμιστικό πλαίσιο ανοίγματος των αγορών. Αυτή η συνεργασία πρέπει να βασιστεί σε ένα λεπτομερές, διαφανές και δεσμευτικό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των Αρχών αυτών, μέσω της δημιουργίας ενός δικτύου ανταγωνισμού και ρυθμιστικής συνεργασίας που θα επιτρέψει την αποδοτικότερη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στους σημαντικούς αυτούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Η αποτελεσματική συνεργασία απαιτεί μια υποδομή ανταλλαγής πληροφοριών και τεχνογνωσίας καθώς και ανάπτυξη κοινής σκέψης και προσεγγίσεων σχετικά με ενδεχόμενες παραβάσεις. Απαιτεί επίσης διαφανή τρόπο κατανομής υποθέσεων, την υποστήριξη σε σχέση με τη διαχείριση των υποθέσεων, τη συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού, τις τακτικές συναντήσεις και αποσπάσεις προσωπικού μεταξύ των Αρχών. Το παρόν πλαίσιο και τα μνημόνια συνεργασίας δεν θεωρούνται επαρκή.

Το παράδοξο θα είναι εάν το πλέγμα που αποτελείται από τις παραπάνω ρυθμιστικές αρχές και από την Επιτροπή Ανταγωνισμού εξακολουθήσει να λειτουργεί χωρίς κανένα είδος θεσμοθετημένης υποδομής συνεργασίας, ιδιαίτερα μάλιστα όταν μοιράζονται σημαντικότατους ρόλους στην εύρυθμη ανταγωνιστικότητα των τομέων αυτών της οικονομίας στην Ελλάδα. Γιατί στρεβλώσεις που διαρκούν χρόνια στην Ελλάδα πρέπει κάποτε να λήξουν.

* Ο κ. Ιωάννης Κόκκορης είναι καθηγητής στο Δίκαιο Ανταγωνισμού και τα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου.