ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Τέλος εποχής για τη βαριά φορολογία στις επιχειρήσεις

Ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται στο 22% το 2022, από 28% το 2019

Τέλος εποχής για τη βαριά φορολογία στις επιχειρήσεις

Από το 2022 η Ελλάδα παύει να είναι αρνητικός πρωταγωνιστής όσον αφορά τη φορολόγηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Με τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των νομικών προσώπων στο 22%, ο ελληνικός συντελεστής θα φτάσει να είναι μικρότερος κατά 1,65 μονάδα σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο –διαμορφώνεται στο 23,65% για το 2021–, χαμηλότερος κατά 0,81 μονάδα σε σχέση με τον μέσο συντελεστή φορολόγησης που εφαρμόζεται από τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ (22,81%) και 1,29 μονάδα υψηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό συντελεστή φορολόγησης των νομικών προσώπων. Εξαιρετικά ευνοϊκό καθίσταται όμως το περιβάλλον και για τη διανομή κερδών. 

Μετά τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων στο 5%, «παγώνει» και η εισφορά αλληλεγγύης και για το 2022, κάτι που σημαίνει ότι αν μια επιχείρηση αποφασίσει το 2022 να προχωρήσει στη διανομή του συνόλου των κερδών της, ο τελικός φορολογικός συντελεστής (μέχρι δηλαδή τα κέρδη να φτάσουν στον τραπεζικό λογαριασμό του μετόχου) θα ανέλθει στο 25,9%, όταν πριν από μόλις μία τριετία ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησης των φυσικών προσώπων –συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της εισφοράς αλληλεγγύης– μπορούσε να φτάσει ακόμη και στο 40%, ανάλογα με το ύψος των μερισμάτων. 

Στη μόνιμη βελτίωση του κλίματος όσον αφορά τη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών θα συμβάλει και η μόνιμου χαρακτήρα μείωση του συντελεστή υπολογισμού της προκαταβολής φόρου στο 80% (με εξαίρεση τη φετινή χρήση, για την οποία θα εφαρμοστεί συντελεστής 70%). 

Ειδικά για τους υποψήφιους επενδυτές και τις νέες επιχειρήσεις, που θα εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν τον μειωτικό συντελεστή του 50% στην προκαταβολή φόρου, οι απώλειες ρευστότητας για την εξυπηρέτηση των φορολογικών υποχρεώσεων θα γίνουν ακόμη μικρότερες. 

Αλλαγή σελίδας

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα περιορίζει αισθητά πλέον ένα συγκριτικό μειονέκτημα: αυτό της υπερφορολόγησης. Στην αρχή της μνημονιακής περιόδου, το 2011, τα νομικά πρόσωπα φορολογούνταν στην Ελλάδα με συντελεστή 20%, που ήταν χαμηλότερος και από τον παγκόσμιο μέσο όρο (24,52%) και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (22,58%), όπως και από τον μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ (25,42%). Με την αύξηση του συντελεστή φορολόγησης αρχικά στο 26% από το 2013 και στη συνέχεια στο 29% από το 2015, ήρθαν τα πάνω κάτω. 

Ειδικά το 2018 ήταν η χειρότερη χρονιά, καθώς η Ελλάδα βρέθηκε να ξεπερνά κατά πέντε ολόκληρες μονάδες τον παγκόσμιο μέσο όρο, κατά 5,5 μονάδες τον μέσο όρο των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ και κατά περισσότερες από 7,5 μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτή μάλιστα η σύγκριση δεν αποτυπώνει το πραγματικό «χάσμα» με τον υπόλοιπο πλανήτη. 

Με τον συντελεστή υπολογισμού της προκαταβολής φόρου να εκτοξεύεται στο 100% για τα νομικά πρόσωπα, τον συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων να φτάνει ακόμη και στο 15% (για τις διανομές των ετών 2017 και 2018) αλλά και τους συντελεστές υπολογισμού της εισφοράς αλληλεγγύης να εκτοξεύονται ακόμη και στο 10% μετά το 2016 (η εισφορά αλληλεγγύης επιβαλλόταν και επί το ύψος των μερισμάτων), το κράτος έφτανε να είναι… συνέταιρος στα κέρδη της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Με το ευνοϊκό «κοκτέιλ» του 2022 (συντελεστής φορολόγησης των κερδών των νομικών προσώπων στο 22%, προκαταβολή φόρου στο 80% και συντελεστής φορολόγησης των μερισμάτων στο 5%) η Ελλάδα θα εξακολουθεί να υστερεί συγκριτικά με αρκετές χώρες της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων, που έχουν στηριχτεί στους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές. 

H Toυρκία έχει μειώσει από το 2019 τον φορολογικό συντελεστή στο 20% (από 22% το 2019), η Ρουμανία παραμένει στο 16% από το 2011 μέχρι σήμερα, η Αλβανία εφαρμόζει συντελεστή 15% από το 2014 μέχρι και φέτος, η Σερβία διαμορφώνει τον δικό της φορολογικό συντελεστή επίσης στο 15%, ενώ η Βουλγαρία είναι στο 10% και η Κύπρος στο 12,5%. Ωστόσο, ο στόχος δεν είναι να μπει η Ελλάδα σε φορολογικό ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες χώρες της «γειτονιάς». Ο στόχος είναι να πάψει η εγχώρια και διεθνής επενδυτική κοινότητα να «ανησυχεί» για το φορολογικό καθεστώς στην Ελλάδα.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η κυβέρνηση εκτιμά ότι η μείωση του φορολογικού συντελεστή κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μία τριετία (και μάλιστα εν μέσω πανδημίας) θα «χρηματοδοτηθεί» από την αύξηση της φορολογητέας ύλης. 

Τέλος εποχής για τη βαριά φορολογία στις επιχειρήσεις-1

Απόκρυψη εισοδημάτων

Στη χρήση του 2018 –τη χειρότερη χρονιά όσον αφορά το ύψος των φορολογικών συντελεστών–, από το σύνολο των 269.000 νομικών προσώπων, 104.000 εμφάνισαν ζημίες, 68.000 υπέβαλαν μηδενικές δηλώσεις και 37.400 κέρδη που δεν ξεπέρασαν τις 10.000 ευρώ σε ετήσια βάση. Κέρδη άνω των 10.000 ευρώ (δηλαδή όσο είναι το ετήσιο εισόδημα ενός εργαζομένου με τον βασικό μισθό) δήλωσαν μόλις 59.000 νομικά πρόσωπα, δηλαδή περίπου τα 2 στα 10. Προφανώς, η φοροδιαφυγή ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την εικόνα. 

Με την κατακόρυφη μείωση των φορολογικών συντελεστών, το κίνητρο της απόκρυψης κερδών γίνεται σαφώς μικρότερο. Σε συνδυασμό μάλιστα με τα προωθούμενα μέτρα για τα ηλεκτρονικά τιμολόγια, εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα καταστεί εφικτή η καταγραφή γενναίας αύξησης των φορολογητέων κερδών των επιχειρήσεων.

Αύξηση δηλωθέντων εισοδημάτων προσδοκά το οικονομικό επιτελείο

Το 2020, τα δηλωθέντα εισοδήματα των φυσικών προσώπων θα υποχωρήσουν αισθητά, ενδεχομένως και κάτω από τα 72 δισ. ευρώ, δηλαδή στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας 20ετίας και πολύ μακριά από τα 110 δισ. ευρώ που δηλώνονταν πριν ξεσπάσει η κρίση και μπούμε στα μνημόνια. Τα κέρδη των νομικών προσώπων θα καταγράψουν επίσης σημαντικότατη μείωση –ενδεχομένως και κάτω από τα 11-12 δισ. ευρώ– λόγω της πανδημίας, η οποία έφερε μείωση εσόδων άνω των 40 δισ. ευρώ μέσα στο 2020. Στόχος πλέον η ανάκτηση του χαμένου εδάφους, δηλαδή η αύξηση της φορολογητέας ύλης και «όπλο» που επιλέγεται για να επιτευχθεί ο στόχος καθίστανται η μείωση των φορολογικών συντελεστών και η θέσπιση κινήτρων.  

Η αύξηση των φορολογικών εσόδων τόσο από τα φυσικά όσο και από τα νομικά πρόσωπα, η οποία όμως θα προέλθει από τη σημαντική αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων και των επιχειρηματικών κερδών και όχι από την εφαρμογή υψηλών φορολογικών συντελεστών, είναι ένα από τα βασικά στοιχήματα που βάζει η κυβέρνηση για την επόμενη ημέρα της πανδημίας.

Σε νομοθετικό επίπεδο –ή έστω σε επίπεδο κυβερνητικών εξαγγελιών– το πλαίσιο έχει σχεδόν οριστικοποιηθεί. H μείωση της προκαταβολής φόρου –σταθερά στο 80% από την επόμενη χρονιά– αλλά και του συντελεστή φορολόγησης των κερδών που δηλώνουν τα νομικά πρόσωπα, σε συνδυασμό με την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για τα μερίσματα, δημιουργούν το ευνοϊκότερο φορολογικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις και τους μετόχους από τις αρχές της… χιλιετίας. Αντίστοιχη εικόνα και για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ενώ από φέτος ενεργοποιείται η κλίμακα με τον εισαγωγικό συντελεστή του 9% –και ενώ από πέρυσι έχουν αποσυνδεθεί οι ασφαλιστικές εισφορές από το δηλωθέν εισόδημα– η εικόνα συμπληρώνεται με τη μόνιμη μείωση της προκαταβολής φόρου στο 55%, αλλά και την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. Ετσι, και για τις ατομικές επιχειρήσεις δημιουργείται το ευνοϊκότερο καθεστώς φορολόγησης των τελευταίων 20 ετών, καθώς μια ατομική επιχείρηση με κέρδη 20.000 ευρώ –οι 9 στις 10 επιχειρήσεις δηλώνουν χαμηλότερα κέρδη από αυτό το όριο– θα έχει πραγματικό φορολογικό συντελεστή χαμηλότερο ακόμη και από 20%. 

Η εικόνα συμπληρώνεται με τα ισχυρά φορολογικά κίνητρα για την προσέλκυση φορολογητέας ύλης από το εξωτερικό.  

1. Ηδη λειτουργεί το πλαίσιο εναλλακτικής φορολόγησης του παγκόσμιου εισοδήματος για νέους φορολογικούς κατοίκους που πραγματοποιούν σημαντικές επενδύσεις στην Ελλάδα.

2. Εναλλακτική φορολογική αντιμετώπιση προβλέπει πλέον η νομοθεσία και για τους δικαιούχους σύνταξης εξωτερικού, οι οποίοι θα δεχτούν να μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα.

3. Το τοπίο συμπληρώνεται με τη θέσπιση κινήτρων για τους αλλοδαπούς εργαζομένους και αυτοαπασχολούμενους, αλλά και τους Ελληνες που έφυγαν από τη χώρα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μέσα από την περίφημη διαδικασία του brain drain. Φυσικά πρόσωπα που θα μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία και θα απασχοληθούν σε νέες θέσεις εργασίας ή θα προβούν σε έναρξη δραστηριότητας ως αυτοαπασχολούμενοι θα δικαιούνται απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για το 50% του εισοδήματος που θα αποκτήσουν στην Ελλάδα επί μία ολόκληρη επταετία.

4. Η τέταρτη παρέμβαση έχει να κάνει με τη διαμόρφωση του πλαισίου για τη σύσταση και λειτουργία των εταιρειών ειδικού σκοπού για τη διαχείριση οικογενειακής περιουσίας (σ.σ. αφορά τη θέσπιση πολύ ευνοϊκών φορολογικών κινήτρων για εταιρείες που θα δημιουργήσουν τουλάχιστον πέντε θέσεις εργασίας μέσα σε 12 μήνες από την ίδρυσή τους και θα πραγματοποιήσουν στην Ελλάδα δαπάνες λειτουργίας τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου ευρώ).