ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Αύξηση φορολογικών εσόδων με μικρότερους φόρους

Στόχος, να ενισχυθούν κατά 10 δισ. έως το 2024 με περιορισμό της φοροδιαφυγής

ayxisi-forologikon-esodon-me-mikroteroys-foroys-561356833

Μπορούν να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα από τα 42-43 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση –τόσα εισπράχθηκαν τελικώς μέσα στο 2020– στα 52-53 δισ. ευρώ μέχρι το 2024, αλλά ταυτόχρονα να μειωθούν οι συντελεστές υπολογισμού και των έμμεσων και των άμεσων φόρων; 

Αυτό είναι ένα από τα βασικά «στοιχήματα» που βάζει η κυβέρνηση για τη μετά κορωνοϊό εποχή. Η βασική λογική είναι η εξής: Το κράτος την επόμενη μέρα της πανδημίας τείνει χείρα συνεργασίας στους φορολογουμένους, ειδικά στη μεσαία τάξη που επωμιζόταν μέχρι τώρα και τα μεγαλύτερα βάρη. Ενεργοποιεί την καινούργια κλίμακα φορολόγησης των αυτοαπασχολουμένων μειώνοντας κατά εκατοντάδες ευρώ τον φόρο για πάνω από 800.000 αυτοαπασχολουμένους. Κατεβάζει τον συντελεστή υπολογισμού της προκαταβολής φόρου και ταυτόχρονα μειώνει τον συντελεστή φορολόγησης και των νομικών προσώπων από το 24% στο 22% με προοπτική να τον μειώσει ακόμη περισσότερο από το 22% στο 20% ανάλογα με τις δημοσιονομικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν μέσα στην επόμενη 2ετία ή τριετία. «Παγώνει» την εισφορά αλληλεγγύης με προοπτική να την καταργήσει πλήρως για όλους μετά το 2023, ενώ κρατάει ενεργούς τους μειωμένους συντελεστές υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών με στόχο η μείωση από τις συνολικά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες που είναι σήμερα να φτάσει στις 5 μονάδες είτε μέσα στο 2022 είτε μέσα στο 2023. Στις προθέσεις και η μείωση του συντελεστή υπολογισμού του ΦΠΑ μέχρι το 2024 ώστε να πάψουμε να ανήκουμε στις ευρωπαϊκές χώρες με τη βαρύτερη έμμεση φορολογία αλλά και η περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ ώστε να φτάσουμε ακόμη και μέσα στο 2022 τις 30 μονάδες μείωσης συγκριτικά με το 2018. 
Για να βγει αυτό το στοίχημα, θα πρέπει να πειστούν οι φορολογούμενοι να εμφανίσουν τα πραγματικά τους εισοδήματα περιορίζοντας τη φοροδιαφυγή. Αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της φορολογητέας ύλης και κατά συνέπεια των εσόδων. Εδώ έγκειται και το μεγάλο ρίσκο του όλου εγχειρήματος. Αν οι φορολογούμενοι εκμεταλλευθούν τους μειωμένους συντελεστές για να διογκώσουν τα καθαρά τους κέρδη και συνεχίσουν να επιδίδονται με την ίδια ζέση στο σπορ της φοροδιαφυγής, θα τεθεί σε κίνδυνο το όλο οικοδόμημα των κρατικών προϋπολογισμών για τα επόμενα χρόνια. 

Για αυτό άλλωστε και εκτός από τη χείρα συνεργασίας με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει και ένα ολοκληρωμένο σύστημα ηλεκτρονικών φορολογικών ελέγχων προκειμένου να καταστεί πιο δύσκολη η απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Οι μειώσεις των φορολογικών συντελεστών θα συνδεθούν από την υποχρεωτική έκδοση των ηλεκτρονικών τιμολογίων, τη σύνδεση των ταμειακών μηχανών με το Taxis, τους ηλεκτρονικούς ελέγχους, την παροχή κινήτρων στους καταναλωτές για την έκδοση χάρτινων αποδείξεων κ.λπ.

Η πανδημία άφησε έντονο αποτύπωμα στα φορολογικά έσοδα του 2020, ενώ επιπτώσεις θα υπάρξουν και φέτος. Το 2020 πέσαμε 10 ολόκληρα δισ. ευρώ κάτω από τους στόχους. Σε επίπεδο προ επιστροφών, είχε μπει στόχος να εισπραχθούν 53,1 δισ. ευρώ για να συγκεντρωθούν τελικώς 44 δισ. ευρώ. Αν αφαιρεθούν και οι επιστροφές, οι καθαρές φορολογικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν τελικώς στα 42,4 δισ. ευρώ όπως προκύπτει και από το σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής που κατέθεσε η κυβέρνηση στην Κομισιόν. Είναι η χειρότερη επίδοση από το 2005 όταν και τότε είχαν εισπραχθεί περί τα 42 δισ. ευρώ από φόρους. Δηλαδή, η πανδημία μας γύρισε πίσω 15 ολόκληρα χρόνια.

Για να ανακτήσουμε τα φορολογικά έσοδα που εισπράξαμε το 2019 (περίπου 50 δισ. ευρώ καθαρά) θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 2023. Και το 2021 αλλά και το 2022, θα έχουμε συνέπειες από την πανδημία και μάλιστα σημαντικές. Φέτος, έχουν ήδη επηρεαστεί οι έμμεσοι φόροι από το lockdown του πρώτου 4μήνου, ενώ στις φορολογικές δηλώσεις θα φανούν οι συνέπειες από τη μείωση των εισοδημάτων κατά τη διάρκεια της περυσινής χρονιάς. Ετσι, τα φορολογικά έσοδα φέτος θα αυξηθούν σε σχέση με το 2020 (σ.σ. αναμένεται να διαμορφωθούν στα 44,6 δισ. ευρώ), αλλά είναι σαφές ότι δεν θα φτάσουν στα επίπεδα του 2019, ούτε και στα επίπεδα που είχαν προϋπολογιστεί τον Νοέμβριο με την κατάρτιση του προϋπολογισμού για το 2021.

Επίπτωση από την πανδημία θα υπάρξει και στα φορολογικά έσοδα του 2022. Ναι μεν προβλέπεται σημαντική αύξηση στα 48 δισ. ευρώ από τα 44,6 δισ. ευρώ του 2021, ωστόσο αυτή θα είναι προϊόν της ισχυρής ανάπτυξης του 6,2% που προβλέπεται για την επόμενη χρονιά. Λόγω των αναστολών των συμβάσεων εργασίας κατά το πρώτο 5μηνο αλλά και του lockdown που ακόμη συνεχίζεται σε αρκετούς κλάδους, είναι σαφές ότι θα υπάρξει επίπτωση και στα φετινά εισοδήματα άρα και στους φόρους της επόμενης χρονιάς.

Για το 2023 και για το 2024, τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα θα στηριχθούν στη διεύρυνση της πίτας η οποία εκτιμάται ότι θα προέλθει από την αύξηση του ΑΕΠ. Eτσι, τα φορολογικά έσοδα προϋπολογίζεται να αυξηθούν και πάλι στα 52 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024, με αποτέλεσμα να ανέλθουν στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας 20ετίας.

ayxisi-forologikon-esodon-me-mikroteroys-foroys0

Πάνω από το 42% των χρεών δεν είναι εισπράξιμο

Αντιμέτωπο με το πρόβλημα των συσσωρευμένων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία θα βρεθεί και πάλι στη μετα-COVID περίοδο, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ ανεβάζουν το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο στα 110 δισ. ευρώ που είναι ιστορικά και το υψηλότερο ποσό. Πάνω από 5 δισ. ευρώ επιπλέον προστέθηκαν στο διάστημα από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2021. Εντονο προβληματισμό προκαλούν όμως τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» αυτού του χρέους, τα οποία αποτυπώθηκαν και σε σχετική μελέτη των καθηγητών Ν. Καραβίτη, Κ. Παιπέτη και Μ. Πρινιωτάκη. Ποια είναι τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» που εντείνουν την ανησυχία;

1. Ποσοστό άνω του 42% του χρέους που έχει συσσωρευθεί κρίνεται ως μη εισπράξιμο από τις φορολογικές αρχές. Αυτό σημαίνει ότι αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για τη διαγραφή των οφειλών που χαρακτηρίζονται πλέον –με βάσει κοινά αποδεκτούς ορισμούς–  μη εισπράξιμα. Η ΑΑΔΕ ήδη «ξεχωρίζει» ένα κομμάτι του χρέους κατατάσσοντάς το στην κατηγορία του «ανεπίδεκτου είσπραξης» το οποίο φτάνει στα 24 δισ. ευρώ και εμφανίζει ως διεκδικήσιμο μόνο το ποσό των 85 δισ. ευρώ. Με πιο «χαλαρά» κριτήρια, το ποσό των 24 δισ. ευρώ μεγαλώνει πολύ περισσότερο. Για αυτό και ο κ. Καραβίτης ανέβασε το ποσό που κρίνεται ως ανείσπρακτο στο 42% ήτοι σε πάνω από 42 δισ. ευρώ.

2. Ο αριθμός των φορολογουμένων που έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο ανέρχεται πλέον στα 4,2 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου στο 50% των φορολογουμένων. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από 20 χρόνια, οφειλές στην εφορία είχαν μόνο 910.000 άνθρωποι. Βεβαίως, πολύ μεγάλος αριθμός από τους 4,2 εκατομμύρια οφειλέτες, χρωστούν πολύ μικρά ποσά. Σε κάθε περίπτωση, τα 4,2 εκατομμύρια είναι πολύ μεγάλος αριθμός, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί το 1,2-1,3 εκατομμύρια έχουν ήδη μπλοκαρισμένους τραπεζικούς λογαριασμούς.

3. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους είναι συγκεντρωμένο στα χέρια λίγων και αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να είναι μη εισπράξιμο. Το 80% του χρέους «ανήκει» σε όσους οφείλουν πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, ενώ το 78% των οφειλετών χρωστά κάτω από 2.000 ευρώ.

4. Μόνο το 8,6% του χρέους είναι σε καθεστώς ρύθμισης. Παρά τις 100 και τις 120 δόσεις, το ποσό του χρέους σε καθεστώς ρύθμισης ανέβηκε κατά μόλις πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Πριν από τη ρύθμιση των 120 δόσεων, το ρυθμισμένο χρέος ήταν μικρότερο από 3%-4%.