ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενίσχυση άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό για την επανεκκίνηση

enischysi-ameson-ependyseon-apo-to-exoteriko-gia-tin-epanekkinisi-561357160

Η Ελλάδα κατέγραψε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 8,2% το 2020 και, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 3,7% το 2021 και κατά 5% το 2022 (https://www.imf.org/en/Publications/WEO/weo-database/2021/April/weo-report?c=174,&s=NGDP_RPCH,GGXWDG_NGDP,&sy=2019&ey=2026&ssm=0&scsm=1&scc=0&ssd=1&ssc=0&sic=0&sort=country&ds=.&br=1). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα επιστρέψει στο προ κορωνοϊού επίπεδο στο τέλος του 2022. Προκειμένου λοιπόν να «σβήσουμε», όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας, χρειάζονται άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ, οι άμεσες (σε απόθεμα) επενδύσεις από το εξωτερικό αντιστοιχούσαν, το 2019, στο 22% του ελληνικού ΑΕΠ σε σχέση με το 77,2% του ΑΕΠ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το 55,8% στο σύνολο του ΟΟΣΑ (https://data.oecd.org/fdi/fdi-stocks.htm#indicator-chart). 

Οι επενδύσεις επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό, και θετικά, από τέσσερις βασικούς παράγοντες στους οποίους πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να «αναθερμανθεί» το ενδιαφέρον των διεθνών επενδυτών στη χώρα μας:

1. Τη μείωση της διαφοράς μεταξύ του ελληνικού συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων και του αντίστοιχου του ΟΟΣΑ. Ο μέσος όρος συντελεστής φορολογίας στον ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 23,4% (https://stats.oecd.org/index.aspx?DataSetCode=Table_II1). Η προγραμματισμένη μείωση του συντελεστή φορολογίας στη χώρα μας, από το 24% σήμερα στο 22% το 2022 (φορολογικό έτος 2021), αναμένεται να δώσει ώθηση στην εισροή επενδύσεων.

2. Τη μείωση του ρίσκου οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα. Πράγματι, το οικονομικό ρίσκο στη χώρα μας έχει παρουσιάσει σημαντική αποκλιμάκωση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Γ. Καράλα, Δ. Καραναστάση, Π. Σαμαρτζή και Γκ. Χαρδούβελη, το οικονομικό ρίσκο, τον Μάρτιο του 2021, βρισκόταν 41% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 1998-2021 (https://www.policyuncertainty.com/HKKS_Monthly.html). 

3. Την αποκλιμάκωση του χρηματοοικονομικού ρίσκου της χώρας μας το οποίο λαμβάνει υπ’ όψιν τις μεταβολές σε νόμισμα και αποδόσεις των εταιρικών και κρατικών ομολόγων βάσει των εκτιμήσεων της ΕΚΤ (https://sdw.ecb.europa.eu/quickview.do;jsessionid=24AD39133AAD6D181FCBD6EDD74B8113?SERIES_KEY=383.CLIFS.M.GR._Z.4F.EC.CLIFS_CI.IDX).

Τον Μάρτιο του 2021, το χρηματοοικονομικό ρίσκο στη χώρα μας παρέμεινε σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με την προ κορωνοϊού εποχή (ήτοι τον μέσο όρο του 2019), ίσως επειδή το ελληνικό χρέος, και παρά τη «στήριξη» των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ, αφενός μεν αναρριχήθηκε στο 213,1% του ΑΕΠ το 2020, αφετέρου δε θα παραμείνει άνω του 200% του ΑΕΠ μέχρι και το 2022.

4. Τη βελτίωση του δείκτη «κυβερνητικής αποτελεσματικότητας» της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο οποίος καταγράφει την ποιότητα των παρεχόμενων δημόσιων υπηρεσιών και τον βαθμό ανεξαρτησίας του κρατικού μηχανισμού από πολιτικές πιέσεις (https://info.worldbank.org/governance/wgi/). Εδώ, μόλις και βρισκόμαστε στην 71η θέση μεταξύ 214 κρατών. Σημειώνω, επιπλέον, ότι τόσο η Πορτογαλία όσο και η Ισπανία καταγράφουν πολύ υψηλότερες επιδόσεις κυβερνητικής αποτελεσματικότητας σε σχέση με την Ελλάδα. Κάτι που εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, γιατί προσελκύουν σημαντικά υψηλότερες άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό (66% του ΑΕΠ στην περίπτωση της Πορτογαλίας και 63,5% στην περίπτωση της Ισπανίας). Και τούτο, παρά το γεγονός ότι και οι δύο αυτές χώρες επιβάλλουν υψηλότερους συντελεστές φορολογίας στις επιχειρήσεις (31,5% στην περίπτωση της Πορτογαλίας και 25% στην περίπτωση της Ισπανίας). 

Με άλλα λόγια, χρήσιμη η μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων που προγραμματίζει η χώρα μας, αλλά καλό θα ήταν να επιταχυνθεί, έστω και εν μέσω κορωνοϊού, η κυβερνητική αποτελεσματικότητα, την οποία σίγουρα «παρακολουθούν» οι διεθνείς επενδυτές. Για την ιστορία, τα επίσημα στοιχεία (στο τέλος Απριλίου 2021) μας ενημερώνουν ότι το 80,9% των εμβολίων που είχαν διατεθεί στην Ελλάδα βρίσκεται ήδη στο μπράτσο των Ελλήνων σε σχέση με το υψηλότερο 89,8% στην Πορτογαλία και το 98,5% στην Ισπανία (δες διάγραμμα 2.5 του European Centre for Disease Prevention and Control: https://www.ecdc.europa.eu/en/covid-19/vaccine-roll-out-overview). Σε τελική ανάλυση, κάθε εισροή επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα μας προϋποθέτει συνεχή συναναστροφή των διεθνών επενδυτών με τις δημόσιες αρχές, την οποία θα πρέπει να καταστήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματική.

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.