ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι δείχνει η «σιγή» της Moody’s για την Ελλάδα

Τι δείχνει η «σιγή» της Moody’s για την Ελλάδα

Ούτε έκπληξη αλλά ούτε και αρνητικό «σήμα» αποτελεί η «σιγή» της Moody’s την Παρασκευή, η οποία αποφάσισε να μην προχωρήσει στην προγραμματισμένη αξιολόγησή της για την ελληνική οικονομία

Ο οίκος συνηθίζει τις αναβολές αξιολογήσεων τα τελευταία χρόνια, οι οποίες ακολουθούνται συνήθως από θετικές εκπλήξεις, ενώ σε νέα έκθεσή του αποκαλύπτει τις διαθέσεις του σε ό,τι αφορά τις κινήσεις του γενικότερα αυτό το έτος.

Αξίζει να σημειώσουμε πως την Παρασκευή ανέβαλε συνολικά 24 αξιολογήσεις και άρα η «ακύρωση» της ελληνικής αξιολόγησης δεν αποτελεί εξαίρεση, ενώ τον περασμένο Νοέμβριο αναβάθμισε τη χώρα μας κατά μία βαθμίδα στο Ba3 και ακολούθησαν αρκετές εκθέσεις από τον οίκο, οι οποίες έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Οπως προαναφέρθηκε, δεν είναι η πρώτη φορά που η Moody’s αναβάλλει την προγραμματισμένη έκθεσή της για τη χώρα μας, και συνήθως επιλέγει αυτή την οδό όταν αναμένονται σημαντικές εξελίξεις. Η εκκίνηση των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης, τα αποτελέσματα του «ανοίγματος» της οικονομίας που μόλις ξεκίνησε αλλά και η περαιτέρω πρόοδος με τη μείωση των NPEs των ελληνικών τραπεζών, τοποθετούνται σε αυτές. Η «μη ανακοίνωση» συνεπώς δεν αποτελεί αιτία ανησυχίας.

Ενα σχετικά πρόσφατο «επεισόδιο» αναβολής της αξιολόγησης ήταν τον Σεπτέμβριο του 2018 και μόλις η Ελλάδα είχε βγει από το καθεστώς των μνημονίων και θα έπρεπε να εφαρμόσει σειρά μεταρρυθμίσεων. 

Ο οίκος και τότε είχε επιλέξει να περιμένει τις (απτές) εξελίξεις προτού «μιλήσει», κάτι που έκανε τον Μάρτιο του 2019 με διπλή ψήφο εμπιστοσύνης, αφού προχώρησε σε αναβάθμιση της Ελλάδας κατά δύο «σκαλοπάτια» και στο Β1 από Β3. Νωρίτερα το 2018, τον Φεβρουάριο, ο οίκος είχε επίσης προχωρήσει σε διπλή αναβάθμιση της Ελλάδας ύστερα από σχετική σιγή περίπου ενός έτους.

Το Αύγουστο του 2019, λίγους μήνες μετά τη διπλή αναβάθμιση, ο οίκος επίσης είχε αποφασίσει να αναβάλει την αξιολόγησή του, εν αναμονή σημαντικών για την αξιολόγηση εξελίξεων που είχαν να κάνουν με την αλλαγή κυβέρνησης, την κατάθεση του προϋπολογισμού αλλά και την προώθηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων (επιχειρηματικό κλίμα, επενδύσεις, τράπεζες). Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εάν δεν είχε ξεσπάσει η πανδημία, είναι πολύ πιθανό πως ο οίκος θα προχωρούσε το 2020 επίσης σε διπλή αναβάθμιση της Ελλάδας, ωστόσο τελικά περιορίστηκε στη μία βαθμίδα τον Νοέμβριο.

Εάν κοιτάξει κανείς γενικότερα το πώς κινείται ο οίκος, θα δει ουσιαστικά ότι από το 2016 και μετά προχωράει σε μία κίνηση (είτε αναβάθμισης είτε επιβεβαίωσης) κάθε έτος για την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι προγραμματίζει δύο αξιολογήσεις. Ετσι και φέτος είναι πιθανόν να δώσει μόνο μία αξιολόγηση, με την επόμενη να είναι προγραμματισμένη για τον Νοέμβριο. Τότε θα υπάρχει μία αρκετά πιο ξεκάθαρη εικόνα για την ελληνική οικονομία αλλά και για τα περαιτέρω βήματα προόδου των ελληνικών τραπεζών. Οι εμβολιασμοί θα έχουν ολοκληρωθεί, ο τουρισμός θα έχει αφήσει το αποτύπωμά του στο ΑΕΠ και τα αποτελέσματα εννεαμήνου των τραπεζών θα έχουν δείξει πόση πρόοδος έχει συντελεστεί στα NPEs. 

Οι πιο αισιόδοξοι μιλούν για πιθανότητα ακόμα και διπλής αναβάθμισης τότε, ωστόσο ένα πιο πιθανό στοίχημα θεωρείται η μία βαθμίδα, δηλαδή στο Ba2 και ένα σκαλοπάτι μακριά από την επενδυτική βαθμίδα.

Αξίζει να σημειώσουμε πως σε νέα έκθεσή του ο οίκος στέλνει ένα «μήνυμα» για το πώς θα κινηθεί φέτος. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως θα προχωρήσει σε λιγότερες δράσεις αξιολόγησης από το 2020, αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης. 
Εάν οι οικονομικές και πιστωτικές συνθήκες εξελιχθούν όπως αναμένει, αυτό θα οδηγήσει σε επιβεβαίωση των βαθμολογιών που δίνει παρά σε εκτεταμένες αναβαθμίσεις. «Οι τρέχουσες αξιολογήσεις μας στην πλειοψηφία τους είναι σε καλή θέση για την ανάκαμψη μετά την πανδημία», τονίζει.