ΑΝΑΛΥΣΗ

Τα γεράκια της λιτότητας παραμονεύουν…

ta-gerakia-tis-litotitas-paramoneyoyn-amp-8230-561376399

Το δημόσιο χρέος είναι ένα εκκρεμές θέμα για το μέλλον της Ευρώπης, αλλά οι Βρυξέλλες προτιμούν να μιλούν για την Πράσινη Συμφωνία ή την κοινωνική Ευρώπη. Το ευρωπαϊκό κοινό ενδιαφέρεται επειγόντως για τα εμβόλια, την καραντίνα και τη μετανάστευση. Ωστόσο, τίποτε δεν βρίσκεται πιο κοντά στο κέντρο της εξουσίας στην Ε.Ε. από το δημόσιο χρέος, αν και επαναφέρει επώδυνες αναμνήσεις από την περίοδο της κρίσης στην Ευρωζώνη. Κι όμως, μετά την κρίση του 2020, τα χρέη είναι πολύ υψηλότερα. Η εφαρμογή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας έχει αποδειχθεί περίπλοκη και αμφισβητούμενη. Ομως, η ύπαρξή του ανεξάρτητα από την πρακτικότητά του είναι ζωτικής σημασίας για τη νομιμότητα της νομισματικής ένωσης ως έχει.

Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των κρατών-μελών της Ε.Ε. δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60% και τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα δεν πρέπει να ξεπερνούν το 3%. Εξαιτίας του κορωνοϊού και της ανάγκης για επείγουσα κυβερνητική δράση, όλοι οι δημοσιονομικοί κανόνες τέθηκαν σε αναστολή πέρυσι τον Μάρτιο και παρατάθηκαν έως το 2022. Το δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, κατόπιν τούτων, αυξήθηκε όσο ποτέ άλλοτε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Στα τέλη του 2020 η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ στην Ε.Ε. ανήλθε στο 90% και στο 98% στην Ευρωζώνη. Σε αυτό το σημείο μόνο 14 από τα 27 κράτη-μέλη πληρούν το κριτήριο του 60% προς το ΑΕΠ.

Η γενναιόδωρη δημοσιονομική ανταπόκριση στην πανδημία πρέπει να επικροτηθεί και όχι να δημιουργήσει θλίψη και ταυτόχρονα εγείρεται το εξής ερώτημα: Εάν η κρίση κορωνοϊού συνιστά εξαίρεση, πότε επέρχεται η επιστροφή στην κανονικότητα και υπό ποιους όρους; Η πανδημία δεν οδήγησε μόνον σε αύξηση των δημόσιων χρεών, αλλά πόλωσε περαιτέρω και τον τρόπο κατανομής τους. Επτά κράτη-μέλη, όλα στη δυτική και νότια Ευρώπη, έχουν πλέον χρέη πάνω από το 110% του ΑΕΠ και οι δείκτες ενισχύονται. Προς το παρόν, η ομάδα των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης είναι στην ευχάριστη θέση να αφήσει ανοιχτές τις δημοσιονομικές κάνουλες, στοιχηματίζοντας, παράλληλα, σε δυναμική ανάκαμψη. 

Ομως, τα γεράκια της πολιτικής δεν ικανοποιούνται. Ο πρόεδρος της Τράπεζας της Γερμανίας, Γιενς Βάιντμαν, τόνισε την ανάγκη προετοιμασίας της χώρας και της Ευρώπης για δημοσιονομική εξυγίανση. Στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, υψηλόβαθμα στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Φιλελευθέρων υπέβαλαν δραματική έκκληση για επιστροφή στους κανόνες του χρέους σε εθνικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Η κυβέρνηση συνασπισμού στο Βερολίνο στοχεύει να επανέλθει στο πλαίσιο συμμόρφωσης με το ανώτατο όριο δανεισμού το 2023-2024. Με δεδομένη την κλίμακα των ελλειμμάτων της Γερμανίας το 2020 και το 2021, αυτό συνεπάγεται σκληρή λιτότητα. Σε άρθρο τους οι Βαλεέ και Κοέν-Σέτον αναφέρουν ότι μια τόσο έντονα αυστηρή πολιτική θα επηρέαζε και άλλες χώρες, μιας και η Γερμανία αντιπροσωπεύει το 30% του ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Μια δημοσιονομική συρρίκνωση 2% το 2022 θα ανερχόταν σε περίπου 0,7% για την Ευρωζώνη στο σύνολό της. Αναλόγως θέλουν να κινηθούν η Γαλλία και η Ιταλία για περιορισμό ελλειμμάτων και χρέους.

Η αισιόδοξη εκδοχή είναι ότι τα ελλείμματα θα συρρικνωθούν αυτόματα, καθώς ανακάμπτουν οι οικονομίες. Για λόγους εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας, η Ευρώπη θα πρέπει να αναβάλει τη δημοσιονομική εξυγίανση, έως ότου αποκατασταθεί η ανάκαμψη. Εάν η Γερμανία πρόκειται να εφαρμόσει ξανά το φρένο στο χρέος της, τότε γιατί όχι το 2025 αλλά το 2023 ή το 2024; Πάντως, ανεξάρτητα από το χρονοδιάγραμμα, αυτό που δεν θα κάνει η ευρωπαϊκή δημοσιονομική πειθαρχία είναι να αντιστραφεί η συσσώρευση χρέους του 2020-21.
 
* Καθηγητής Ιστορίας της Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Κολούμπια. 
Το άρθρο δημοσιεύθηκε από κοινού στην ιστοσελίδα Social Europe και IPS-Journal του Ινστιτούτου Φρίντριχ Εμπερτ.