ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απειλούν τις τράπεζες οι ρυπογόνες εταιρείες

apeiloyn-tis-trapezes-oi-rypogones-etaireies-561385267

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και ενδεχομένως ο σημαντικότερος κίνδυνος που τις απειλεί σχετίζεται με την έκθεσή τους στους κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή αλλά και από τη μετάβαση στην «πράσινη» οικονομία. Σε πρόσφατη μελέτη της μεταξύ 29 ευρωπαϊκών τραπεζών, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) διαπίστωσε πως το 58% της συνολικής έκθεσής τους σε μεγάλες επιχειρήσεις αφορά τομείς που μπορούν να πληγούν από τη μετάβαση στην «πράσινη» οικονομία. 

Πολλές τράπεζες δημοσιεύουν τώρα στοιχεία σχετικά με την έκταση του δανεισμού τους σε βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων, καθώς οι κεντρικές τράπεζες εξετάζουν διεξοδικά το δανειακό χαρτοφυλάκιό τους και απειλούν να επιβάλουν αυστηρότερες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας σε όσες έχουν μεγάλη έκταση στους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή. Συχνά, όμως, οι τράπεζες παρουσιάζουν εκτενώς τα στοιχεία για την έκθεσή τους σε επιχειρήσεις που θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα από τη μετάβαση σε ένα μοντέλο μειωμένων εκπομπών καυσαερίων, αλλά τα στοιχεία που δημοσιεύουν προσφέρουν περιορισμένη ενημέρωση και μόνον για ένα τμήμα των δραστηριοτήτων τους. Οι επενδυτές ίσως θέλουν να έχουν καλύτερη ενημέρωση και να είναι πιο επιφυλακτικοί έναντι τραπεζών που εκ πρώτης όψεως φαίνονται να έχουν περιορισμένη έκθεση στους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή.

Οι τράπεζες που δεν δημοσιεύουν πολλές λεπτομέρειες ενδέχεται να δίνουν την εντύπωση ότι έχουν περιορισμένη έκθεση στην κλιματική αλλαγή ή και στους κινδύνους της μετάβασης όπως είναι, για παράδειγμα, οι επιπτώσεις νέων ρυθμίσεων ή πολιτικών κατά της κλιματικής αλλαγής που μπορούν να πλήξουν τα κέρδη επιχειρήσεων πελατών τους με βαρύτατες εκπομπές καυσαερίων. Οπως αναφέρει η Πιλάρ Γκουτιέρεζ, στέλεχος της Ευρωπαϊκής Εποπτικής  Αρχής Τραπεζών (ΕΒΑ), «η διαφάνεια ενθαρρύνει τις τράπεζες να εξετάσουν καλύτερα την έκθεσή τους, να αυξήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια, να έχουν μεγαλύτερη ρευστότητα και τελικά να διοχετεύσουν κεφάλαια σε βιώσιμες επενδύσεις». Επιπλέον, δεν υπάρχουν καθορισμένες και πλήρως συγκεκριμένες προδιαγραφές για το πώς πρέπει να γίνεται η δημοσιοποίηση των σχετικών στοιχείων και κάθε τράπεζα σχεδόν χρησιμοποιεί δικό της μοντέλο.

Ορισμένες τράπεζες δεν δημοσιεύουν στοιχεία πιο λεπτομερή πέραν της έκθεσής τους στις πιο ρυπογόνες  επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις τράπεζες που έχουν καταβάλει τη μεγαλύτερη προσπάθεια για να δημοσιεύσουν όσο γίνονται πιο διεξοδική ενημέρωση, η βρετανική Barclays αναφέρει πως χρησιμοποιεί ως κριτήριο «τον αυξημένο κίνδυνο από την κλιματική αλλαγή», αλλά επισημαίνει πως τα στοιχεία της δεν καταδεικνύουν πόσο ρυπογόνος είναι η κάθε επιχείρηση την οποία χρηματοδοτεί.  Η ελβετική Credit Suisse χρησιμοποιεί ως κριτήριο για τις επιχειρήσεις που έχει δανείσει αν είναι «σχετική με τον άνθρακα και ευαίσθητη στην κλιματική αλλαγή» και δεν αναφέρεται σε υποθήκες και άλλα μέτρα περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου. Η επίσης ελβετική UBS χρησιμοποιεί το κριτήριο «ευαίσθητη σε κλιματικούς παράγοντες», αλλά δεν αναφέρει σε ποιον βαθμό είναι ρυπογόνος η εκάστοτε επιχείρηση. Η γερμανική Deutsche Bank αναφέρει τις «βιομηχανίες με μεγάλη ένταση άνθρακα», αλλά δεν δημοσιεύει στοιχεία για την έκθεσή της σε τομείς που επηρεάζονται από τη μετάβαση στην «πράσινη» οικονομία όπως, για παράδειγμα, οι αυτοκινητοβιομηχανίες. 

Ακόμη κι αν οι τράπεζες λαμβάνουν υπόψη στους ισολογισμούς τους τους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή, στην πραγματικότητα εξακολουθούν να στηρίζουν μερικές από τις πλέον ρυπογόνες βιομηχανίες. Το κάνουν με έμμεσους τρόπους όπως, για παράδειγμα, όταν τις βοηθούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις αγορές χρέους. Την πενταετία 2015-2020 τα ομόλογα που εξέδωσαν οι μεγαλύτερες τράπεζες της  Ευρώπης για τη βιομηχανία των υδρογονανθράκων υπερβαίνουν κατά 83 δισ. δολάρια τα «πράσινα» ομόλογα που εξέδωσαν για τις επιχειρήσεις όλων των κλάδων.