ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κομισιόν διατηρεί και το 2022 την ισχύ της γενικής ρήτρας διαφυγής

i-komision-diatirei-kai-to-2022-tin-ischy-tis-genikis-ritras-diafygis-561386488

Επιβεβαίωσε και επισήμως χθες η Κομισιόν, στο πλαίσιο της παρουσίασης της εαρινής δέσμης του ευρωπαϊκού εξαμήνου, την παράταση ισχύος της γενικής ρήτρας διαφυγής για το 2022, καθώς παραμένει η ανάγκη δημοσιονομικής στήριξης των οικονομιών της Ε.Ε. απέναντι στις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας. Η απόφαση –την οποία πρέπει να επικυρώσουν οι υπουργοί Οικονομικών της Ε.Ε.– είχε προαναγγελθεί στο πρόσφατο Ecofin της Λισσαβώνας. Η προσδοκία της Επιτροπής είναι ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα επανέλθει εν ισχύι το 2023.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ε.Ε. φέτος θα είναι υψηλότερο από πέρυσι, αγγίζοντας το 7,5%, αλλά θα μειωθεί στο μισό του χρόνου (το 2019 ήταν στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 0,5% του ΑΕΠ). Ωστόσο, εξαιτίας της γενικής ρήτρας διαφυγής και της αβεβαιότητας που εξακολουθεί να συνεπάγεται η πορεία της πανδημίας, δεν θα τεθεί κανένα κράτος-μέλος σε αυτή τη φάση σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Το συνολικό μέγεθος της δημοσιονομικής στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας θα αυξηθεί φέτος στο 7,4% του ΑΕΠ (συμπεριλαμβανομένων και 0,4 ποσοστιαίων μονάδων από το Recovery and Resilience Facility), έναντι 6,6% πέρυσι. 

Το 2022 το ποσοστό αυτό αναμένεται να μειωθεί στο 3,9%, εκ των οποίων το 1/3 σχεδόν (1,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ) θα προέλθει από το RRF. Οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από τις επιχορηγήσεις του RRF, όπως εξηγεί κοινοτικός αξιωματούχος, είναι «δημοσιονομικά ουδέτερες».

Συνεπώς, η Κομισιόν ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη –ειδικά εκείνα με υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους–  να αξιοποιήσουν πλήρως αυτό το εργαλείο για να υλοποιήσουν αναγκαίες δημόσιες επενδύσεις. Ως το τέλος του 2022, η Κομισιόν εκτιμά ότι η υλοποίηση του RRF θα οδηγήσει στη δημιουργία 800.000 νέων θέσεων εργασίας.

Σχετικά με τις χώρες υψηλού χρέους, συστήνεται στην Ιταλία και την Πορτογαλία να περιορίσουν την αύξηση των μη προσωρινών δημόσιων δαπανών τους, καθώς ξεπερνά το 0,5% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα δεν γίνεται αντίστοιχη σύσταση, γιατί είναι μία από μόνο δύο χώρες που έχει μειώσει τις μόνιμες δημόσιες δαπάνες της επί κρίσης.

Ο επίτροπος Οικονομίας της Ε.Ε. Πάολο Τζεντιλόνι, μιλώντας στη συνέντευξη Τύπου, σημείωσε ότι «η κατάσταση βελτιώνεται σταθερά ανά την Ε.Ε.», τόσο στο υγειονομικό όσο και στο οικονομικό μέτωπο. Εκανε μάλιστα ειδική αναφορά στο γεγονός ότι 45% του ενήλικου πληθυσμού της Ενωσης έχει ήδη λάβει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις σημείωσε ότι «οι προοπτικές (της ευρωπαϊκής οικονομίας)  είναι καλύτερες από ό,τι προβλέπαμε πριν από λίγους μήνες».

Ο κ. Τζεντιλόνι τόνισε ότι η δημοσιονομική πολιτική των κρατών-μελών «πρέπει να παραμείνει υποστηρικτική» το 2021 και το 2022. Οταν ο υγειονομικός κίνδυνος περιοριστεί, πρόσθεσε, θα πρέπει να γίνει σταδιακά η στροφή προς «πιο στοχευμένα μέτρα, που θα διευκολύνουν τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις στη μετάβαση προς τη μετα-πανδημική εποχή». 

Ο Ιταλός επίτροπος χαιρέτισε τη συμβολή ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το SURE στον μετριασμό των συνεπειών της κρίσης. Το SURE, ανέφερε χαρακτηριστικά, «ωφέλησε περίπου 2 εκατομμύρια επιχειρήσεις και προστάτευσε ώς και 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας».

Από την πλευρά του, ο επίτροπος Απασχόλησης και Κοινωνικών Δικαιωμάτων Νίκολας Σμιτ έδωσε έμφαση στην ανάγκη να μειωθεί η ανεργία των νέων. Οπως παρατήρησε, βρίσκεται σήμερα σε υπερδιπλάσια επίπεδα σε σύγκριση με τον γενικό δείκτη (17,1% έναντι 7,3%).

Τόσο ο κ. Τζεντιλόνι όσο και ο κ. Ντομπρόβσκις επιβεβαίωσαν ότι η δημόσια διαβούλευση σχετικά με την αναμόρφωση των δημοσιονομικών κανόνων της Ε.Ε., που ανεστάλη εξαιτίας του ξεσπάσματος της πανδημίας, θα ξεκινήσει εκ νέου στο δεύτερο μισό του 2021. 

Ο επίτροπος Οικονομίας επανέλαβε ότι «δεν είναι εύκολη» η εξεύρεση κοινού τόπου για την ανανέωση του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης.  

Η φετινή εαρινή δέσμη δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες συστάσεις ανά χώρα (country specific recommendations), καθώς αυτές έχουν συμπεριληφθεί στα εθνικά σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, που έχουν καταρτιστεί σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή.