ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γκαμπριέλ Ζούκμαν: Υψηλότεροι φόροι στον πλούτο

Ο Γκαμπριέλ Ζούκμαν, διευθυντής του νεοσύστατου Παρατηρητηρίου της Ε.Ε. για τη Φορολογία, μιλάει στην «Κ»

gkampriel-zoykman-ypsiloteroi-foroi-ston-ployto-561390181

Στην εκτίμηση ότι φθάνει στο τέλος της η περίοδος της παγκοσμιοποίησης που χαρακτηρίστηκε από μια μόνιμη εκστρατεία απορρύθμισης και μείωσης της φορολογίας για τα πιο εύπορα στρώματα προβαίνει, σε αποκλειστική συνέντευξή του στην «Κ», ο Γκαμπριέλ Ζούκμαν, διευθυντής του νεοσύστατου Παρατηρητηρίου της Ε.Ε. για τη Φορολογία.

«Υπάρχει μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση πως αν η παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται διαρκώς χαμηλότερους φόρους για τους πιο ευνοημένους –τις πολυεθνικές εταιρείες και τους μετόχους τους– και νέες επιβαρύνσεις για όσους έχουν ωφεληθεί λιγότερο (μισθωτούς, συνταξιούχους, μικρές επιχειρήσεις), αυτό δεν είναι βιώσιμο», εξηγεί ο Ζούκμαν, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Berkeley και από τους πιο προβεβλημένους οικονομολόγους της νέας γενιάς που ασχολούνται με θέματα ανισότητας και φορολογικής δικαιοσύνης. «Αν συνεχιστεί, θα επικρατήσουν ο εθνικισμός και ο προστατευτισμός, θα είναι το τέλος της παγκοσμιοποίησης. Ολοι καταλαβαίνουν ότι βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής – και ένας από τους λόγους που έχω ενθουσιαστεί με το Παρατηρητήριο είναι ότι θεωρώ πως μπορούμε με το έργο του να βοηθήσουμε να γραφτεί μία νέα, διαφορετική σελίδα στην ιστορία της παγκοσμιοποίησης».

«Θέλουμε να πετύχουμε τρία πράγματα με το Παρατηρητήριο», λέει ο 34χρονος Γάλλος οικονομολόγος. «Το πρώτο είναι να διεξαγάγουμε έρευνα στο υψηλότερο επιστημονικό επίπεδο σχετικά με την εταιρική φοροαποφυγή και τη φοροδιαφυγή. Δεύτερον, θέλουμε να καταθέσουμε χειροπιαστές προτάσεις που θα επιτρέπουν τη συμφιλίωση μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής ενοποίησης από τη μία και της φορολογικής δικαιοσύνης από την άλλη. Πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν αυτά να συμφιλιωθούν. Θεωρώ πως έχουν άδικο. Είναι θέμα επιλογής: μπορούμε να επιλέξουμε τον φορολογικό ανταγωνισμό ή τη φορολογική συνεργασία· μπορούμε να επιτρέψουμε στις πολυεθνικές να εγγράφουν τα κέρδη σε φορολογικούς παραδείσους ή να φορολογήσουμε αυτά τα κέρδη. Τρίτον, θέλουμε να συνεισφέρουμε σε έναν ευρύτερο, δημοκρατικό διάλογο για τη φορολογία, που θα επιτρέψει στους πολίτες της Ευρώπης να έχουν ενημερωμένη άποψη γι’ αυτό το εξόχως πολιτικό ζήτημα. Οσο ο διάλογος διεξάγεται αποκλειστικά μεταξύ των ειδικών, παραμένει όμηρος των ειδικών συμφερόντων, που παρεμβαίνουν σε αυτήν για να υπερασπιστούν τα φορολογικά τους προνόμια».

gkampriel-zoykman-ypsiloteroi-foroi-ston-ployto0
Ο 34χρονος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζούκμαν είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Berkeley.

Η συνομιλία μας λαμβάνει χώρα καθώς έχουν μπει στην τελική ευθεία, ύστερα από χρόνια ακινησίας, οι διαπραγματεύσεις για μια διεθνή συμφωνία για την εταιρική φορολόγηση. Θα είναι «ιστορικής σημασίας» μια διεθνής συμφωνία για έναν κατώτατο συντελεστή εταιρικής φορολογίας, σημειώνει, «ακόμη και αν το όριο τεθεί χαμηλά». Θα είναι ένα «άλμα προς τα εμπρός» σε σχέση με την υφιστάμενη κατάσταση, που «δεν θέτει απολύτως κανένα όριο στον φορολογικό ανταγωνισμό». Για παράδειγμα,  παρατηρεί, τίποτα στις ευρωπαϊκές συνθήκες δεν απαγορεύει τη θέσπιση μηδενικής φορολόγησης για τα εταιρικά κέρδη στην Ε.Ε.

Το επίπεδο στο οποίο φαίνεται ότι θα επιτευχθεί συμφωνία, ωστόσο, το 15%, «είναι όντως πολύ χαμηλό», λέει, ιδίως αν συγκριθεί με τη μέση φορολόγηση των εισοδημάτων της εργατικής και της μεσαίας τάξης στη Δύση, που κυμαίνεται γύρω στο 30-40%. «Ομως οι χώρες που θέλουν να φανούν πιο φιλόδοξες, μπορούν να το κάνουν. Δεν χρειαζόμαστε γι’ αυτό συμφωνία μεταξύ 138 χωρών – αυτών που συμμετέχουν στη διαδικασία του ΟΟΣΑ. Αρκεί να έχουμε συμφωνία των χωρών του G20, ή του G7, ή των περισσότερων εξ αυτών. Μία τέτοια συμφωνία θα έθετε τους φορολογικούς παραδείσους εκτός παιχνιδιού. Αν, π.χ., συμφωνούσαν οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο σε έναν υψηλότερο κατώτατο συντελεστή, αυτό θα σήμαινε ότι οι πολυεθνικές με έδρα σε αυτές τις χώρες θα πλήρωναν τη διαφορά μεταξύ του χαμηλότερου συντελεστή, π.χ. στην Ιρλανδία, και του συντελεστή στη χώρα τους. Αρα δεν θα υπήρχε πλέον το κίνητρο για μεταφορά των κερδών στην Ιρλανδία. Συνεπώς δεν χρειάζεται η διαδικασία να οδηγείται στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή για να εξασφαλιστεί η συναίνεση χωρών που έχουν βασίσει το αναπτυξιακό τους μοντέλο στον φορολογικό ανταγωνισμό».

Μικρό αλλά σημαντικό βήμα

Την ίδια ημέρα που ο καθηγητής Ζούκμαν βρέθηκε στην αίθουσα Τύπου της Κομισιόν στο πλευρό του επιτρόπου Οικονομίας Πάολο Τζεντιλόνι για την παρουσίαση του Παρατηρητηρίου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο κατέληξαν σε συμφωνία για την οδηγία περί έκθεσης ανά χώρα των φορολογικών υποχρεώσεων πολυεθνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ε.Ε. (βλ. ρεπορτάζ στην ίδια σελίδα). Θεωρεί ότι είναι ένα σημαντικό βήμα για τη φορολογική διαφάνεια ή μια λειψή συμφωνία;

«Είναι ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση, αλλά μικρό. Ο συμβιβασμός στον οποίο κατέληξαν έχει σοβαρά ελαττώματα. Δεν περιλαμβάνονται χώρες εκτός της Ε.Ε. όπως οι Βερμούδες, τα Νησιά Κέιμαν, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ κ.ά. Αρα διατηρείται ένα σημαντικό επίπεδο αδιαφάνειας. Είναι όμως κρίσιμο ως θέμα αρχής, όπως και με τον κατώτατο συντελεστή φορολόγησης. Ανοίγει τον δρόμο για κάτι πιο φιλόδοξο στο μέλλον. Επιπλέον, θα ρίξει φως στη μεταφορά κερδών σε φορολογικούς παραδείσους εντός της Ε.Ε., κάτι που συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα».

Η μακριά σκιά του Ρέιγκαν

Σχετικά με τις εξελίξεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ζούκμαν –το έργο του οποίου έχει επικεντρωθεί περισσότερο στις ΗΠΑ– είναι λιγότερο ενθουσιώδης από άλλους προοδευτικούς με τη φορολογική πολιτική του Τζο Μπάιντεν. «Οι προτάσεις του Μπάιντεν δεν αίρονται στο ύψος των περιστάσεων. Προτείνει, για παράδειγμα, να επανέλθει ο ανώτατος συντελεστής για τη φορολογία των φυσικών προσώπων στο 39,6%· σήμερα είναι 37%. Προτείνει να αυξηθεί η εταιρική φορολογία από το 21% στο 28%· πριν από τέσσερα χρόνια ήταν 35%. Η πιο φιλόδοξη πρότασή του αφορά τη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών στο 40%, περίπου. Αλλά ο συγκεκριμένος φόρος είναι εύκολο να αποφευχθεί: οι πολύ εύποροι απλώς αναβάλλουν την πραγμάτωση αυτών των κερδών, δεν είναι υπό κάποια πίεση να πουλήσουν τις μετοχές τους».

Ολες αυτές οι προτάσεις, σύμφωνα με τον Ζούκμαν, «δεν αποτελούν κάποια θεμελιώδη διαφοροποίηση από το είδος της φορολογικής πολιτικής που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του ’80 – την εποχή του Ρέιγκαν. Πριν από τον Ρέιγκαν, ο ανώτατος συντελεστής για τα φυσικά πρόσωπα ήταν άνω του 90%, για δεκαετίες – και ήταν στο 70% όταν ανέλαβε την προεδρία το 1981. Ο ανώτατος συντελεστής του φόρου κληρονομιάς (estate tax) ήταν 77%, ο εταιρικός φόρος ήταν 50%. Ο Ρέιγκαν άλλαξε το παιχνίδι – και εξακολουθούμε να παίζουμε με τους δικούς του κανόνες».

Η ευρωπαϊκή εμπειρία ήταν απογοητευτική

Ο Ζούκμαν και ο έτερος Γάλλος αστέρας του τμήματος Οικονομικών του Berkeley, Εμανουέλ Σαέζ, είναι γνωστοί ως οι εμπνευστές ενός φόρου επί του πλούτου (wealth tax), εκδοχές του οποίου υιοθετήθηκαν από δύο βασικούς διεκδικητές του χρίσματος των Δημοκρατικών: τον Μπέρνι Σάντερς και την Ελίζαμπεθ Γουόρεν.

Πώς απαντά στην κριτική –του Λάρι Σάμερς και άλλων– ότι ένα τέτοιο μέτρο θα συγκέντρωνε πολύ λιγότερα έσοδα για το αμερικανικό δημόσιο από μία γενναία μεταρρύθμιση της φορολογίας εισοδήματος, με ενιαία φορολόγηση και κατάργηση των λογής εξαιρέσεων και ειδικών καθεστώτων; Πόσο αποτελεσματικό θα είναι στον μετριασμό της επιρροής των υπερ-ευπόρων στην πολιτική (κάτι το οποίο επίσης προβάλλουν ως αρετή του οι δύο οικονομολόγοι); Και γιατί καταργήθηκε σε σειρά ευρωπαϊκών χωρών, μην έχοντας αποδώσει τα αναμενόμενα;

«Η ευρωπαϊκή εμπειρία ήταν όντως απογοητευτική, αλλά πρέπει να καταλάβουμε γιατί», απαντά. «Η φορολόγηση του πλούτου στην Ευρώπη αντιμετώπιζε τρία βασικά προβλήματα. Το πρώτο ήταν η ανοχή της φοροδιαφυγής: δεν υπήρχε αυτόματη ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών, οι φορολογικές αρχές είχαν πρόσβαση σε πολύ λίγες πληροφορίες και –τουλάχιστον πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009– έκαναν ελάχιστη προσπάθεια να μάθουν περισσότερα. Το δεύτερο ήταν η ανοχή του φορολογικού ανταγωνισμού: ένας εύπορος Γάλλος που ήθελε να αποφύγει τη φορολόγηση του πλούτου του μπορούσε απλώς να μετακομίσει στην Ελβετία και αυτομάτως οι υποχρεώσεις του προς το γαλλικό κράτος έπαυαν. Το τρίτο ήταν ότι ξεκινούσε από πολύ χαμηλό επίπεδο, από άτομα που δεν ήταν πλούσια, στα οποία δημιουργούσε προβλήματα ρευστότητας. Η πρόταση της Γουόρεν, αντ’ αυτού, ήταν το όριο να τεθεί στα 50 εκατ. δολάρια».

Σχετικά με τα προσδοκώμενα έσοδα, ο Ζούκμαν παρατηρεί ότι η αύξηση του πλούτου των δισεκατομμυριούχων επί πανδημίας καθιστά τις εκτιμήσεις του ιδίου και του Σαέζ γι’ αυτά υπερβολικά συντηρητικές. Πέραν αυτού, υπογραμμίζει ότι –τόσο σχετικά με την αποκατάσταση της προοδευτικής φύσης του φορολογικού συστήματος όσο και σχετικά με τον περιορισμό της πολιτικής επιρροής του 0,1%– ο φόρος επί του πλούτου είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο, που πρέπει να πλαισιωθεί από πολλές άλλες πολιτικές (φορολογικές και μη).