ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο «βασιλιάς της μόδας» νικά τους κροίσους της τεχνολογίας

Ο Μπερνάρ Αρνό του LVMH ξεπερνά σε πλούτο Γκέιτς και Ζούκερμπεργκ

o-vasilias-tis-modas-nika-toys-kroisoys-tis-technologias-561390271

Μπορείτε να πείτε πολλά για μια κοινωνία κοιτώντας τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι την καθιστούν πλούσια. Τέσσερις από τους πέντε πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του Bloomberg, οι Τζεφ Μπέζος, Ελον Μασκ, Μπιλ Γκέιτς και Μαρκ Ζούκερμπεργκ, όλοι κέρδισαν χρήματα ως ειδήμονες της τεχνολογίας και μηχανικοί. Μέσω του ψηφιακού εμπορίου, των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, του λογισμικού και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αντίστοιχα, έχουν μεταμορφώσει τις ζωές των ανθρώπων. Κρίνοντας από την επιτυχία τους, η τεχνολογία είναι ο μοναδικός μοχλός που αλλάζει τον κόσμο και δημιουργεί περιουσίες.

Αλλά, μια στιγμή. Ποιος είναι αυτός στην τρίτη θέση του δείκτη δισεκατομμυριούχων του Bloomberg, πίσω από τους Μπέζος και Μασκ, αλλά μπροστά από τους Γκέιτς και Ζούκερμπεργκ; Πρόκειται για τον Μπερνάρ Αρνό, τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου LVMH (Moët Hennessy Louis Vuitton), του μεγαλύτερου στον κόσμο στην παραγωγή ειδών πολυτελείας. Προμηθεύει αφρώδη οίνο, δερμάτινα είδη, ρούχα, κοσμήματα, ρολόγια και αρώματα. Αυτά είναι προϊόντα που υπήρχαν, έστω και σε λιγότερο εντυπωσιακή μορφή, για εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Βρίσκονται στην αιχμή της μόδας, αλλά σίγουρα δεν είναι τεχνολογία.

Συνεπώς, τα τυχόν συμπεράσματα τα οποία συναγάγατε σχετικά με τη φύση της σύγχρονης οικονομίας λαμβάνοντας υπόψη τους Μπέζος, Μασκ, Γκέιτς και Ζούκερμπεργκ πρέπει να επανεξεταστούν υπό το πρίσμα της περιουσίας του Μπερνάρ Αρνό, η οποία στις 27 Μαΐου ανερχόταν στα 167 δισεκατομμύρια δολάρια, ήτοι ήταν αυξημένη κατά 53 δισεκατομμύρια δολάρια από τις αρχές της χρονιάς. Η τεχνολογία προκαλεί δημιουργική καταστροφή, αποσυνθέτει παλαιές βιομηχανίες, γεννώντας καινούργιες. Οι ειδήμονες της τεχνολογίας επικεντρώνονται στη μείωση του κόστους, στην αποδοτικότητα και στην αύξηση της κλίμακας. Αντιθέτως, τα είδη πολυτελείας μάς καλομαθαίνουν και μας παρηγορούν. Κάνουν τον κόσμο ομορφότερο αντί να τον αναποδογυρίζουν. 

Είδη πολυτελείας

Τα προϊόντα στο χαρτοφυλάκιο του Μπερνάρ Αρνό είναι ευάριθμα και όλα ένα κι ένα και κοστίζουν ακριβά (ενδιαφέρεται κανείς για ένα ανδρικό μαγιό Dior Oblique σε μοβ χρώμα από τεχνητό καραβόπανο στην τιμή των 1.250 δολαρίων;). 

Ενδεχομένως, όμως, το χάσμα μεταξύ του Αρνό και των ανθρώπων της τεχνολογίας δεν είναι τόσο μεγάλο. Ενα πράγμα στο οποίο διαπρέπουν και οι πέντε άνδρες είναι να θωρακίζουν τις επιχειρήσεις τους, να διαφοροποιούν τα προϊόντα τους και να τα καθιστούν φημισμένα χάρη στην ποιότητά τους, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να αποκρούουν τον ανταγωνισμό και να προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους τους.

Επιπροσθέτως, έχει διαμορφωθεί ένα είδος συμβίωσης ανάμεσα στις τεχνολογικές μεταβολές και στην πολυτέλεια – θα μπορούσαμε να πούμε μεταξύ της ροής και της πολυτέλειας. Αυξάνοντας την αποδοτικότητα και την παραγωγή, η τεχνολογία κάνει πλουσιότερους όχι μόνο τους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες αλλά και μια μεγάλη κατηγορία ιδιαιτέρως εύπορων ανθρώπων που χρησιμοποιούν τεχνολογικά προϊόντα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που ξεχύνονται και αγοράζουν τα είδη των οίκων Dior, Marc Jacobs, TAG Heuer, Tiffany, καθώς και άλλων που υπάγονται στον όμιλο LVMH.

Και κάτι χαριτωμένο για το τέλος: Ο Μπερνάρ Αρνό είναι και ο ίδιος μηχανικός, έχοντας αποφοιτήσει το 1971 από το Ecole Polytechnique στο Παρίσι. Απλώς εφάρμοσε τις τεχνικές δεξιότητές του σε ένα διαφορετικό πεδίο της σύγχρονης οικονομίας και τα πήγε εξίσου καλά με τους ομολόγους του.

Εκτίναξη πλούτου στον κλάδο της υγείας

Ακόμα κι αν λείπαμε από τη γη τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, επιστρέφαμε και δεν γνωρίζαμε τίποτε για την πανδημία, γρήγορα θα αντιλαμβανόμασταν ποιες οικονομικές δραστηριότητες δημιουργούν δισεκατομμυριούχους (πέραν της πανταχού παρούσας τεχνολογίας): όσες σχετίζονται με την ιατρική, την υγιεινή, την προστασία από τη μόλυνση, τα διαγνωστικά τεστ και τα εμβόλια. Σύμφωνα με την κατάταξη του περιοδικού Forbes, ο κλάδος της περίθαλψης είναι ο πέμπτος κατά σειράν δημιουργός πλούτου για το 2020 μετά τις επενδύσεις, την τεχνολογία, τη μεταποίηση και το λιανεμπόριο. 

Ο πλουσιότερος παγκοσμίως στον κλάδο της περίθαλψης, βάσει του Forbes, είναι ο Κινέζος Ζιάν Ρεσένγκ, πρώην δάσκαλος και δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατέχει μαζί με την οικογένειά του πλούτο 24,4 δισ. δολαρίων και είναι πρόεδρος της εταιρείας εμβολίων για τον κορωνοϊό και τη φυματίωση, Chongqing ZFSW Biological Products. Ωστόσο, ειδικά όσοι επιχειρηματίες συναρτούν τα κέρδη τους με τα προστατευτικά μέσα έναντι του κορωνοϊού, βλέπουν τις τύχες τους να καθορίζονται εν πολλοίς από την εξέλιξή του. Ας πάρουμε παράδειγμα εταιρείες που κατασκευάζουν ιατρικά γάντια ή εξοπλισμό για τα διαγνωστικά τεστ, οι οποίες, όσο αίρονται οι περιορισμοί και επεκτείνονται οι εμβολιασμοί, βλέπουν τη ζήτηση να περιορίζεται. Η Seegene κατασκευάζει εξοπλισμό για τα τεστ του κορωνοϊού, ενώ η Alteogen δημιουργεί τεχνολογία σχετική με τις υποδόριες ενέσεις. Οι ιδρυτές αμφοτέρων, Γιογκ Γουν Τσαν και Σουν Τζέι Παρκ, χάρις στην εκτίναξη των μετοχών τους πέρυσι έγιναν δισεκατομμυριούχοι. Εντούτοις, όταν άρχισε να κυκλοφορεί το εμβόλιο, η πορεία αντιστράφηκε, οι μετοχές και των δύο νοτιοκορεατικών εταιρειών εξασθένησαν περισσότερο από 41%, με αποτέλεσμα οι δισεκατομμυριούχοι να χάσουν τον τίτλο τους. Παρόμοια φαίνεται και η ιστορία των γαντιών μιας χρήσεως. Μέχρι τον Αύγουστο του 2020 ο  κλάδος είχε τουλάχιστον 5 δισεκατομμυριούχους, αλλά μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2021 οι μετοχές των αντίστοιχων εταιρειών έχασαν το 40% της αξίας τους από τα περυσινά ρεκόρ. Η δε κορυφαία σε όλο τον κόσμο μαλαισιανή Top Glove δημιούργησε σε πρώτη φάση τεράστιο πλούτο για τον ιδρυτή της Λιμ Γούι Τσάι και την οικογένειά του. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη καταπολέμηση του ιού περιστέλλει τη ζήτηση του εν λόγω προϊόντος, εξ ου και από τον Οκτώβριο ο πλούτος του Λιμ Γούι Τσάι ελαττώθηκε σχεδόν κατά 2,2 δισ. δολάρια στα 3,4 δισ. δολάρια. Αντιθέτως, τον πλούτο τους φαίνεται να διατηρούν όσοι δισεκατομμυριούχοι προέρχονται από τις εταιρείες παρασκευής εμβολίων, όπως οι Pfizer-BioNTech και Moderna.

BLOOMBERG, FORBES