ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα εμπόδια που φρενάρουν τον ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας

Η γήρανση του πληθυσμού, το brain drain και το επενδυτικό κενό των 21,7 δισ. το 2019

ta-empodia-poy-frenaroyn-ton-rythmo-anaptyxis-tis-elladas-561390325

Mπορεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επαίνεσε την κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα, στο πλαίσιο της 10ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, για τα μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού και για τη συνέχιση –στο μέτρο του εφικτού– των μεταρρυθμίσεων, μπορεί να εισηγήθηκε την εκταμίευση μιας ακόμη δόσης 748 εκατ. ευρώ για τη μείωση του χρέους μας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε προβλήματα που απειλούν το μέλλον της οικονομίας.

Στην έκθεσή της για τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών της χώρας, που συνόδευε αυτήν για τη μεταμνημονιακή αξιολόγηση (ανάλογες υπάρχουν για όλες τις χώρες), η Κομισιόν επισήμανε –δίπλα στα προβλήματα για το υψηλό δημόσιο χρέος, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την υψηλή ανεργία– τρεις «πληγές» που αναστέλλουν την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας: τη γήρανση του πληθυσμού, την εκροή εξειδικευμένων εργαζομένων (το γνωστό μας brain drain) καθώς και το απαξιωμένο κεφαλαιακό απόθεμα, μετά πολλά χρόνια συνεχών υψηλών επενδυτικών κενών. Μόνο το 2019 το επενδυτικό κενό ήταν 21,7 δισ. ευρώ, αναφέρει η έκθεση.

«Οι ελληνικές Αρχές συνέχισαν τη μεταρρυθμιστική τους ατζέντα παρά τις δύσκολες συνθήκες που έθεσε η COVID-19, αλλά οι συσσωρευμένες ανισορροπίες θα απαιτήσουν περαιτέρω προσπάθειες τα επόμενα έτη», σημειώνει η Κομισιόν. Η έκθεση επικαλείται προβλήματα που δεν αντιμετωπίστηκαν, όπως οι δυσκολίες στις επενδύσεις, μεταξύ άλλων λόγω της μη επικοινωνίας των φορέων του Δημοσίου μεταξύ τους, τονίζει ότι η στρατηγική του fast track δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ότι η νέα στρατηγική για τη διευκόλυνση του εμπορίου και των ξένων άμεσων επενδύσεων δεν υιοθετήθηκε ακόμη και το προσχέδιό της δείχνει έλλειψη στρατηγικού οράματος για την ανάπτυξη τομέων υψηλής παραγωγικότητας και την παροχή κινήτρων για τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, την καινοτομία και την εξωστρέφειά τους.

Κάπως έτσι, ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας διαμορφώνεται σε χαμηλά επίπεδα. Η Κομισιόν προβλέπει υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης μετά την έντονη ανάκαμψη του 2022 (6%), στο 2,4% το 2023 και 1,7% το 2024. Ο μέσος ρυθμός έως το 2029 διαμορφώνεται στο 2% και στη συνέχεια πέφτει στο 1,5%. Αυτό το ποσοστό είναι κοντά στην πρόβλεψη του ΔΝΤ για ρυθμό 1,4% μακροπρόθεσμα. Με τη σειρά τους, οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης φέρνουν αρνητικές συνέπειες στο χρέος και στην ικανότητα εξυπηρέτησής του. Το βασικό σενάριο της ανάλυσης βιωσιμότητας χρέους της Κομισιόν προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 2,2% έως το 2060 για να εξυπηρετείται το χρέος και να είναι βιώσιμο.

Τα στοιχεία αυτά για τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι, πάντως, απλώς προβλέψεις της Κομισιόν και όχι υποδείξεις ή συμφωνία με την κυβέρνηση, όπως ήταν ο μεταμνημονιακός στόχος του 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022.

Στο οικονομικό επιτελείο προσβλέπουν στη διαπραγμάτευση για το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας, που αναμένεται να ξεκινήσει το δεύτερο εξάμηνο φέτος, αλλά να μην κλείσει πριν ξεκαθαρίσουν τα πράγματα στο πολιτικό τοπίο της Γερμανίας, μετά τις εκλογές στη χώρα τον Σεπτέμβριο, για μια καλή συμφωνία δημοσιονομικών στόχων που δεν θα στραγγαλίζει την ανάπτυξη.

Οπωσδήποτε, σημειώνουν, η μεταμνημονιακή δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 έχει πλέον παρέλθει εκ των πραγμάτων, αλλά δεν είναι σαφές ποιοι κανόνες θα ισχύσουν στο μέλλον. Η παρέμβαση του πρώην Γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για κίνδυνο πανδημίας χρέους χτύπησε καμπανάκια για την ένταση της επικείμενης διαπραγμάτευσης, αν και αναλυτές σημείωναν ότι ο κ. Σόιμπλε είναι πλέον παρελθόν και δεν θα καθορίσει την ατζέντα της Ευρώπης.

Προβληματισμός για την άνοδο των τιμών

Εκτός από τα τρία «παλιά» προβλήματα, του δημογραφικού, του brain drain και του επενδυτικού κενού, που άφησαν πίσω τους τα μνημόνια, δύο άλλα έχουν προστεθεί και πρέπει να αντιμετωπισθούν προσεχώς, όπως παρατηρούν στελέχη του οικονομικού επιτελείου: η αύξηση των τιμών και οι ελλείψεις σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Η αύξηση των διεθνών τιμών, που φάνηκε και στην ελληνική αγορά, σε είδη διατροφής και όχι μόνο, αντιμετωπίζεται ως πιθανό συγκυριακό πρόβλημα. Παρ’ όλα αυτά, δεν παύει να προβληματίζει το οικονομικό επιτελείο, που μελετά τις διαστάσεις του, προκειμένου να αποφασίσει αν θα χρειαστούν παρεμβάσεις και τι είδους θα είναι αυτές.

Οι ελλείψεις σε προσωπικό διαπιστώθηκαν πρόσφατα στον κλάδο της εστίασης, με το άνοιγμα των εστιατορίων, αλλά δεν περιορίζονται εκεί. Σε μια πιο σοβαρή διάσταση, επεκτείνονται στο εξειδικευμένο προσωπικό που χρειάζονται οι επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας για να στελεχωθούν.
Οι ελπίδες για την επίλυση παλιών και νέων προβλημάτων, ορισμένων τουλάχιστον από αυτά, εναποτίθενται στις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Επιτροπή στην έκθεσή της χαρακτηρίζει το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης ως φιλόδοξο βήμα και τονίζει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί για να εναρμονιστούν η εκπαίδευση και η κατάρτιση με τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς.

Σύμφωνα με τον πίνακα που δημοσιεύει η Κομισιόν από το ελληνικό Πρόγραμμα Σταθερότητας, η ροή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπεται να εξελιχθεί ως εξής: 1. Από τις επιχορηγήσεις θα εισρεύσουν ποσά ίσα με το 2,2% του ΑΕΠ φέτος, 1,5% του ΑΕΠ το 2022, 1,4% του ΑΕΠ το 2023 και από 1,3% του ΑΕΠ το 2024, 2025 και 2026. 2. Από τα δάνεια του Ταμείου θα εισρεύσουν 1,4% του ΑΕΠ το 2021 και το 2022, 1,1% του ΑΕΠ το 2023 και 2024, 1% του ΑΕΠ το 2025 και 0,5% του ΑΕΠ το 2026.