ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η παγίδα της δημοσιονομικής χαλάρωσης

Μπούμερανγκ για την ανάπτυξη μακροπρόθεσμα εάν τα μέτρα δεν είναι στοχευμένα και «μετρημένα», προειδοποιούν διεθνείς οίκοι

i-pagida-tis-dimosionomikis-chalarosis-561390337

Ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης καθώς και για την Ελλάδα φέρνει η αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων της Ε.Ε. για ένα ακόμη έτος και έως το 2023. 

Σύμφωνα με τους διεθνείς αναλυτές και τους οίκους αξιολόγησης, αν και αυτή η παράταση της δημοσιονομικής ευελιξίας ήταν απαραίτητη, ορισμένες χώρες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από άλλες να υποστούν μακροχρόνιες «πληγές», ακόμα και όταν η οικονομία επιστρέψει στην κανονικότητα. Το δίχτυ προστασίας που παρέχει η ΕΚΤ θα πάψει να ισχύει, ενώ το επίπεδο του δημόσιου χρέους θα είναι αυξημένο, και στην περίπτωση της Ελλάδας, αν και κρίνεται βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, οι αβεβαιότητες μακροπρόθεσμα παραμένουν. 

Μπορεί η εστίαση να είναι στην ικανότητα εξυπηρέτησής του, ωστόσο όλοι οι οίκοι έχουν υπογραμμίσει τη σημασία της σταδιακής μείωσης του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ για την αξιολόγηση της Ελλάδας, η οποία «κυνηγά» την επενδυτική βαθμίδα. Για να βρεθεί συνεπώς σε πτωτική τροχιά, η εστίαση θα πρέπει να είναι στον «παρονομαστή», στην ανάπτυξη. Παράλληλα, οι δαπάνες θα πρέπει να είναι στοχευμένες, ώστε να μην δημιουργήσουν μια νέα γενιά εταιρειών «ζόμπι», αλλά να στηρίξουν τομείς που θα ενισχύσουν την ανάκαμψη. Σε όλα αυτά ισχυρό όπλο αποτελεί το Ταμείο Ανάκαμψης, με τη διαχείριση των πόρων του να πρέπει να είναι ουσιαστική και αποτελεσματική.

Οπως τονίζει και ο Μάρκο Μρσνικ, επικεφαλής αναλυτής της S&P, εάν η ανάκαμψη δεν είναι ισχυρή και τα μέτρα «μετρημένα», ο «λογαριασμός» για την ελληνική οικονομία θα είναι υψηλός. Μιλώντας στην «Κ» σημειώνει ότι στο βραχυπρόθεσμο διάστημα η ΕΚΤ περιορίζει τα μεγάλα ελλείμματα μέσω ταχέων και ουσιαστικών δράσεων πολιτικής, ωστόσο οι κίνδυνοι για τη μεσομακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών των υπερχρεωμένων χωρών ενδέχεται να αυξηθούν εάν η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ισχυρή ή δεν υπάρξει σταδιακή δημοσιονομική εξυγίανση. Οσον αφορά το τελευταίο, το βασικό επίκεντρο βραχυπρόθεσμα θα είναι η στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης χωρίς τη θέσπιση μέτρων σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες, που θα επηρεάσουν αρνητικά την υποκείμενη διαρθρωτική δημοσιονομική θέση, η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας αποτέλεσε και ένα από τα «όπλα» της στο πλαίσιο της πιστοληπτικής αξιολόγησής της από την S&P. Η επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου του προϋπολογισμού θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερη την εξυγίανση του προϋπολογισμού καθώς και τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, καταλήγει ο κ. Μρσνικ.

Η διατήρηση της αναστολής των κανόνων είναι η σωστή επιλογή σε αυτό το στάδιο, καθώς πρόκειται για μια πολύ ασυνήθιστη κρίση και η επιβολή μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης πολύ νωρίς θα έβλαπτε την ικανότητα των οικονομιών να ανακάμψουν γρήγορα και θα μπορούσε ακόμη και να αυξήσει τις δημοσιονομικές πληγές που θα αφήσει η πανδημία, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο περισσότερης λιτότητας και προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα στην ανάπτυξη, επισημαίνει ο  οικονομολόγος της HSBC Φάμπιο Μπαλμπόνι.

Ωστόσο, όπως προειδοποιεί και αυτός μιλώντας στην «Κ», το «κλειδί» βρίσκεται στο είδος της στήριξης που παρέχεται. Η υποστήριξη στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις πρέπει να είναι προσωρινής φύσεως –διαφορετικά θα μπορούσε να δημιουργήσει μόνιμα υψηλότερες δαπάνες– και επίσης να στοχεύει στον τομέα που πλήττεται από την κρίση, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί από εταιρείες «ζόμπι» σε άλλους κλάδους, που διαφορετικά θα έκλειναν. Αλλά όταν η δραστηριότητα επιστρέψει στα προ COVID επίπεδα και η δημοσιονομική κατάσταση έχει επιδεινωθεί, είναι σημαντικό να εφαρμοστεί γρήγορα μια αξιόπιστη μεσοπρόθεσμη στρατηγική δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Σε αυτό το στάδιο, σύμφωνα με τον κ. Μπαλμπόνι, η σταδιακή επανεισαγωγή των κανόνων της Ε.Ε. μπορεί διευκολύνει την όλη κατάσταση, παρέχοντας μεγαλύτερη αξιοπιστία στη διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα το Ταμείο Ανάκαμψης θα συνεχίζει να παρέχει τους πόρους που απαιτούνται για την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής. Οι κίνδυνοι είναι ότι εάν η κρίση έχει οδηγήσει σε μόνιμα υψηλότερες δαπάνες και χαμηλότερους φόρους (μέσω πιο γενναιόδωρων φορολογικών πιστώσεων, για παράδειγμα), η αποκατάσταση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών μπορεί να απαιτήσει ορισμένα σκληρά μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης που μπορεί να είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, αν και η ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει άνετη πλειοψηφία, μπορεί να το πράξει πιο εύκολα σε σχέση με άλλες χώρες στην περιφέρεια της Ευρωζώνης.

Οι δαπάνες θα πρέπει να κατευθυνθούν σε τομείς της οικονομίας που αναμένεται να συνεισφέρουν στην ανάκαμψη, συνιστά από την πλευρά της η Σπυριδούλα Τζίμα, αναπληρώτρια αντιπρόεδρος του οίκου DBRS. Οπως εξηγεί, τα δημοσιονομικά μέτρα θα αρθούν σταδιακά και αυτό μεταφράζεται σε υψηλά ελλείμματα φέτος και το 2022, καθυστερώντας την επανεξισορρόπηση των δημοσιονομικών λογαριασμών. Καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον και ο ρυθμός εμβολιασμού αυξάνεται, τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει να στοχεύουν περισσότερο στους κλάδους που αναμένεται να ανακάμψουν σταδιακά. Επομένως, ο κίνδυνος έγκειται στο ότι τα μέτρα που βρίσκονται σε εξέλιξη δεν είναι αρκετά συγκεκριμένα, σημειώνει η κ. Τζίμα. Με δεδομένα τα παραπάνω, η DBRS αναμένει ότι η στήριξη σε τομείς εξαιρετικά σημαντικούς για την ελληνική οικονομία θα συνεχιστεί, καθυστερώντας τη δημοσιονομική εξυγίανση.

Ωστόσο, η κ. Τζίμα τονίζει ότι η Ελλάδα εισήλθε στην κρίση έπειτα από χρόνια δημοσιονομικής υπεραπόδοσης που σε συνδυασμό με τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα παρέχουν στη χώρα κάποιο δημοσιονομικό χώρο για να αντιμετωπίσει την κρίση. Επίσης, είναι σημαντικό να σημειωθεί, όπως προσθέτει, ότι οι πόροι της Ε.Ε. θα μπορούσαν επίσης να έχουν θετικό έμμεσο αντίκτυπο στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα επιτύχει την απορρόφηση αυτών των κεφαλαίων και τη διατήρηση του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων. «Οι κίνδυνοι όμως από μια παρατεταμένη κρίση παραμένουν και θα συνεχίσουμε να τους παρακολουθούμε στενά», υπογραμμίζει.