ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συμφωνία Ουάσιγκτον με Ε.Ε. στην υπόθεση Boeing-Airbus

symfonia-oyasigkton-me-e-e-stin-ypothesi-boeing-airbus-561401296

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Την επίλυση της πιο μακρόβιας αντιπαράθεσης στην ιστορία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ανακοίνωσαν χθες η Ε.Ε. και οι Ηνωμένες Πολιτείες, στο πλαίσιο της συνάντησης κορυφής των ηγετών της Ενωσης με τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν. Πρόκειται για την υπόθεση Boeing-Airbus, που χρονολογείται από το 2004, με τις δύο πλευρές να κατηγορούν η μία την άλλη ότι στήριξαν τις εταιρείες τους με τρόπο που παραβίαζε τους κανόνες του ΠΟΕ.

Οπως διέρρευσε στην αρχή της συνάντησης, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε για «άρση του αδιεξόδου», που «ανοίγει ένα κεφάλαιο στις σχέσεις μας, καθώς μεταβαίνουμε από τη δικαστική αντιπαράθεση στη συνεργασία στα αεροσκάφη». Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. αποφάσισαν να «παγώσουν» για διάστημα πέντε ετών τους δασμούς που είχαν επιβάλει για την υπόθεση αυτή το 2019 και να καταλήξουν σε κοινή γραμμή για τη δημόσια στήριξη των εταιρειών αεροναυπηγικής. Οι δασμοί αυτοί είχαν ήδη ανασταλεί προσωρινά, ώστε να διευκολυνθεί η επίτευξη συμφωνίας. Υπενθυμίζεται ότι ο ΠΟΕ το 2019 είχε εξουσιοδοτήσει τις ΗΠΑ να επιβάλουν δασμούς έναντι ευρωπαϊκών εξαγωγών αξίας 7,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων εξαιτίας των παράνομων κρατικών ενισχύσεων προς την Airbus, ενώ η Ε.Ε. έλαβε το πράσινο φως για να απαντήσει με τέλη σε αμερικανικές εξαγωγές αξίας 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Παράλληλα, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον δεσμεύτηκαν να εργαστούν στην κατεύθυνση της κατάργησης, έως το τέλος του έτους, των δασμών που έχουν επιβληθεί ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης που αφορά τους τομείς του χάλυβα και του αλουμινίου. Το 2018, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς σε εισαγωγές μετάλλων από την Ε.Ε. για λόγους εθνικής ασφάλειας. Η Ε.Ε. απάντησε με δασμούς σε εισαγωγές που αφορούσαν γνωστές αμερικανικές μάρκες (μοτοσικλέτες, παντελόνια τζιν, ουίσκι), συνολικής αξίας 2,8 δισ. ευρώ.

Στο μέτωπο των μετακινήσεων, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη σύσταση μίας κοινής ομάδας εργασίας ειδικών που θα ανταλλάσσουν πληροφορίες, ώστε να διευκολυνθεί η επανέναρξη των μη ζωτικών ταξιδιών από τη μία στην άλλη πλευρά του Βόρειου Ατλαντικού. Σήμερα, εν τω μεταξύ, οι μόνιμοι αντιπρόσωποι των κρατών-μελών της Ε.Ε. αναμένεται να εγκρίνουν τη συμπερίληψη των ΗΠΑ στη «λευκή λίστα» τρίτων χωρών, για τις οποίες συνιστάται η χαλάρωση των περιορισμών στις μετακινήσεις.

Η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ συμφώνησαν επίσης χθες στη σύσταση ενός Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας υψηλού επιπέδου, με σκοπό την ενίσχυση των εμπορικών και επενδυτικών δεσμών των δύο πλευρών, την αποτροπή μη αναγκαίων φραγμών στο εμπόριο και την ευθυγράμμιση «όπου αυτό είναι εφικτό» των πολιτικών τους στα πεδία της τεχνολογίας, των εφοδιαστικών αλυσίδων και της παγκόσμιας συνεργασίας. Εκφράστηκε, επιπλέον, η κοινή βούληση για την έναρξη ενός διαλόγου για τη ρύθμιση του ανταγωνισμού στον τομέα της τεχνολογίας.

Μιλώντας το πρωί στη συνέντευξη Τύπου με τον Καναδό πρωθυπουργό Τζάστιν Τριντό μετά τη συνάντηση κορυφής Ε.Ε. – Καναδά, η κ. Φον ντερ Λάιεν είχε ήδη δηλώσει «πεπεισμένη» ότι θα υπήρχε συμφωνία με την Ουάσιγκτον για την υπόθεση Boeing-Airbus. Oπως ανέφερε, στην πρώτη της συνομιλία με τον Τζο Μπάιντεν μετά την εκλογή του, τον Φεβρουάριο, συμφώνησαν σε πολιτικό επίπεδο να βρεθεί ο τρόπος επίλυσης της πολυετούς διαφοράς.

Από την πλευρά του, ο κ. Τριντό ευχαρίστησε την Ε.Ε. και τους εργαζόμενους στις ευρωπαϊκές φαρμακοβιομηχανίες για την προμήθεια 16 εκατομμυρίων δόσεων εμβολίων κατά της COVID-19 στον Καναδά (το 60% του συνόλου των διαθέσιμων εμβολίων). Επίσης, E.E. και Καναδάς συμφώνησαν να συνεργαστούν για να διασφαλίσουν την «πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή» της εμπορικής συμφωνίας CETA, την οποία η κ. Φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε «κρίσιμο ατού» για την ανάκαμψη των δύο οικονομιών.  

Στο κοινό ανακοινωθέν Ε.Ε. – Καναδά περιλαμβάνεται επίσης η σύσταση μιας στρατηγικής συνεργασίας για τις πρώτες ύλες για τη θωράκιση της «ασφάλειας των κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων των μεταλλευμάτων και των μετάλλων», που είναι «ζωτικά για τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη και μια ψηφιακή οικονομία». Σκοπός της συνεργασίας αυτής, μεταξύ άλλων, είναι η μείωση της εξάρτησης, για την προμήθεια των αναγκαίων αυτών πρώτων υλών, από αυταρχικά καθεστώτα.