ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάπτυξη 3,6% έως 4,8% φέτος βλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού

anaptyxi-3-6-eos-4-8-fetos-vlepei-to-grafeio-proypologismoy-561402493

Ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ 3,6% και 4,8%, όσο προέβλεπε το θετικό του σενάριο, έναντι του βασικού του σεναρίου για 2,7%, βλέπει τώρα για το 2021 το Γραφείο Προϋπολογισμού του κράτους στη Βουλή, μετά τα αποτελέσματα του ΑΕΠ του α΄ τριμήνου, που υποχώρησε μόνο κατά 2,3%.

Ωστόσο, το Γραφείο, του οποίου συντονιστής είναι ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης, στην τριμηνιαία έκθεση για το α΄ τρίμηνο προειδοποιεί να μην υπερτιμηθεί αυτή η καλή πορεία, «καθώς οι οικονομικές προκλήσεις και αβεβαιότητες θα διατηρηθούν και μετά το τέλος της πανδημίας». 

Χτυπάει, ιδιαιτέρως, καμπανάκι για τον κίνδυνο ανάπτυξης κοινωνικών ανισοτήτων, μεσοπρόθεσμα, καθώς κάποιες επιχειρήσεις και νοικοκυριά δεν θα μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους μετά τη διακοπή των μέτρων στήριξης. 

Τέτοια φαινόμενα, σημειώνει, επηρεάζουν αρνητικά και την ανάπτυξη. Το Γραφείο τάσσεται, επίσης, κατά του «παγώματος» του κατώτατου μισθού, αν και δεν υπεισέρχεται σε προσδιορισμό του ύψους της αύξησης.

Επίσης, το Γραφείο καταγράφει άλμα στο ενοποιημένο πρωτογενές έλλειμμα γενικής κυβέρνησης το πρώτο τετράμηνο στα 7,496 δισ. ευρώ, έναντι 2,521 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2021, όταν η πανδημία έγινε αισθητή από τον Μάρτιο.

Βραχυπρόθεσμα, σύμφωνα με την έκθεση, είναι κρίσιμη η εξέλιξη της υγειονομικής κατάστασης, ιδίως για τον τουρισμό. «Η χώρα μας βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο ποσοστό του πλήρως εμβολιασμένου πληθυσμού, αλλά ξεπερνάει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην αναλογία των ημερήσιων κρουσμάτων και θανάτων». 

Το Γραφείο σημειώνει ότι η εικόνα αυτή πρέπει να βελτιωθεί άμεσα, πριν από την ολοκλήρωση της τουριστικής περιόδου.

Μεσοπρόθεσμα, συνεχίζει το Γραφείο, οι αβεβαιότητες συνδέονται με την άρση των μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Οπως επισημαίνεται, πολλές από τις επιχειρήσεις αλλά και τα νοικοκυριά που στηρίζονταν από το κράτος θα χρειαστούν πρόσθετη ρευστότητα για να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, όταν σταματήσει η κρατική στήριξη. Ρευστότητα την οποία δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει το τραπεζικό σύστημα, που θα στραφεί σε ανερχόμενους κλάδους. 

«Τίθεται, επομένως, το ζήτημα της ανακατανομής του κεφαλαίου και της απασχόλησης από τους κλάδους που αδυνατούν να επιστρέψουν στα προηγούμενα επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας προς τους δυναμικούς κλάδους που πληρούν κριτήρια μακροχρόνιας βιωσιμότητας. 

Μια τέτοια διαδικασία δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε ομαλή. Θα πρέπει, εκτός από τη στήριξη των ανερχόμενων κλάδων, να υπάρξει και μέριμνα για τη διευκόλυνση της μετάβασης των συντελεστών παραγωγής από τους φθίνοντες κλάδους». Οπως επισημαίνει το Γραφείο, η κατάσταση αυτή θέτει και ζήτημα δημοσιονομικό, καθώς οι αδύναμοι δεν θα μπορούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, αντιθέτως θα χρειαστούν στήριξη.