ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπό τη στενή εποπτεία της ΕΚΤ οι μεγάλες επενδυτικές εταιρείες

ypo-ti-steni-epopteia-tis-ekt-oi-megales-ependytikes-etaireies-561412702

Από σήμερα οι επενδυτικές εταιρείες που κρίνονται «συστημικής» σημασίας υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΚΤ, οι αρμοδιότητες της οποίας έχουν διευρυνθεί ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια. Οπως ανακοίνωσε χθες η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης, όσες εταιρείες διαχειρίζονται κεφάλαια ή περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 30 δισ. ευρώ, λειτουργούν ως ανάδοχοι χρηματοπιστωτικών εργαλείων ή πωλούν χρηματοπιστωτικά εργαλεία θα υποχρεούνται εφεξής να υποβάλλουν αίτηση για να τους παραχωρεί τη σχετική τραπεζική άδεια. Η εν λόγω άδεια θα εκδίδεται βάσει της νέας νομοθεσίας που τίθεται επισήμως σε ισχύ από σήμερα. Το νέο καθεστώς που θα ισχύσει για τις επενδυτικές είναι το αποτέλεσμα μιας συστηματικής προσπάθειας των ευρωπαϊκών αρχών να θέσουν υπό αυστηρότερο έλεγχο τις χρηματιστηριακές εταιρείες, ώστε να διασφαλίσουν την κατάλληλη και επαρκή εποπτεία των δραστηριοτήτων τους. Μεταξύ άλλων ο έλεγχος και η εποπτεία στην οποία υπόκεινται αφενός στοχεύει στην προστασία των επενδυτών και στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και αφετέρου διασφαλίζει ότι θα γίνει κατά συντεταγμένο τρόπο ενδεχόμενη πτώχευση εταιρείας, χωρίς δηλαδή να προκαλέσει κραδασμούς στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι νέοι κανόνες που θα ισχύουν από σήμερα έχουν σχεδιαστεί για να αναδεικνύουν με σαφήνεια τους κινδύνους που αναλαμβάνουν διάφορες κατηγορίες επενδυτικών εταιρειών και να καθιστούν πιο αποτελεσματική την εποπτεία τους. Ως εκ τούτου, το νέο καθεστώς καθορίζει τις διαφορετικές κατηγορίες επενδυτικών εταιρειών, με τις μεγαλύτερες να καταχωρίζονται ως πιστωτικά ιδρύματα και να χρειάζονται κατά συνέπεια την αντίστοιχη άδεια. Ετσι, αυτές οι εταιρείες που θα έχουν τη δομή τραπεζών θα εξακολουθούν να υπόκεινται στις οδηγίες που καθορίζουν τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών και στις περισσότερες περιπτώσεις η ΕΚΤ θα φέρει την πλήρη ευθύνη της εποπτείας τους. Σε ό,τι αφορά τις μικρότερες επενδυτικές εταιρείες, θα υπόκεινται σε ένα νέο καθεστώς που θα προσαρμόζεται αναλόγως στο είδος των δραστηριοτήτων τους, στο προφίλ τους ως προς την ανάληψη διακινδύνευσης και στο μέγεθός τους. Οσες εξ αυτών θα κρίνονται ως δευτερευούσης σημασίας, θα υπόκεινται στην εποπτεία της εκάστοτε εθνικής αρχής.

Σημειωτέον ότι η ΕΚΤ αξιολογεί τους κινδύνους που μπορεί να εγκυμονεί μια επενδυτική με πολλά κριτήρια, μεταξύ των οποίων το μέγεθος της εταιρείας, το είδος της, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της αλλά και ο βαθμός αλληλεξάρτησής της με άλλους φορείς του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Οι σχετικές αλλαγές σε ό,τι αφορά την εποπτεία τραπεζών και επενδυτικών έχουν δρομολογηθεί από τα τέλη του 2014, οπότε ανέλαβε η ΕΚΤ την εποπτεία των τραπεζών της Ευρωζώνης και έκτοτε διευρύνει διαρκώς το εύρος των εξουσιών της. Οι αρμοδιότητές της διευρύνθηκαν, άλλωστε, περαιτέρω μετά την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., εφόσον εξώθησε έναν μεγάλο αριθμό διεθνών τραπεζών να μεταφέρουν τμήματα των δραστηριοτήτων τους από το Λονδίνο σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Στη σχετική ανακοίνωσή της η ΕΚΤ τονίζει πως η πρώτη ομάδα επενδυτικών εταιρειών  θα υπαχθεί στην εποπτεία της μάλλον μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Σε ό,τι αφορά τους επενδυτικούς βραχίονες μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρωζώνης που κρίνονται «συστημικής» σημασίας, αυτοί εμπίπτουν ήδη στην εποπτεία της ΕΚΤ, η οποία παράλληλα ελέγχει διεξοδικά την επέκταση όσων τραπεζών μετέφεραν περιουσιακά τους στοιχεία εντός Ε.Ε. μετά το Brexit. Στις αρχές του μήνα ο τραπεζικός όμιλος Citigroup ανακοίνωσε πως ο χρηματιστηριακός του βραχίονας στην Ε.Ε. τετραπλασίασε τα περιουσιακά του στοιχεία στη διάρκεια του περασμένου έτους και ετοιμάζεται να υπαχθεί άμεσα στην εποπτεία της ΕΚΤ.