ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προκλήσεις στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση: ποσότητα ή ποιότητα;

prokliseis-stin-elliniki-anotati-ekpaideysi-posotita-i-poiotita-561421039

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία εμπνέεται από τη γνώση και εστιάζεται στην ευρυμάθεια, στην ενθάρρυνση της δημιουργίας και στην κριτική προσέγγιση όλων των ζητημάτων που αφορούν κάθε ενεργό πολίτη, είναι αυτή που οδηγεί στην ανάπτυξη υψηλού επιπέδου ανθρώπινου δυναμικού. Το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί κινητήρια δύναμη για τη βελτίωση των οικονομικών και δημοκρατικών θεσμών μιας χώρας, οι οποίοι με τη σειρά τους οδηγούν σε χαμηλότερη διαφθορά, σε βελτίωση του δημοκρατικού πλαισίου λειτουργίας της χώρας, σε ποιοτικότερη επιχειρηματικότητα (βασισμένη στην τεχνολογία και στην καινοτομία), σε αυξημένη ανταγωνιστικότητα και, εντέλει, σε κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη.

Ενα θεμελιώδες λοιπόν ερώτημα είναι το κατά πόσον η χώρα μας έχει αντιληφθεί, σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, την κρισιμότητα που έχει για τη μακροχρόνια ανάπτυξή της η παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τόσο από ποσοτική όσο και από ποιοτική σκοπιά. Μία πρώτη επαγωγή ως προς το ποσοτικό σκέλος του παραπάνω ερωτήματος, μπορεί να εξαχθεί από τη διαχρονική εξέταση των σχετικών δεδομένων. Ειδικότερα, για όλες τις χώρες του κόσμου (217) συλλέχθηκαν διαθέσιμα στοιχεία (πηγή: World Bank, Education Statistics, All Indicators) από το 1971 έως και το 2018 για το ποσοστό των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Διαχρονικά η Ελλάδα βρίσκεται αισθητά πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο (το 2018 ήταν 38%), μέχρι και το 2000, οι επιδόσεις της χώρας μας ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών που απαρτίζουν την Ευρωζώνη (το 2018 ήταν 75%), γεγονός που μεταστρέφεται για τα υπόλοιπα έτη, και τέλος από το 2010 και έπειτα, η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο με αξιοσημείωτη διαφορά από όλες τις άλλες χώρες, ενώ ήδη από το 2000 ανήκε στο κορυφαίο 5% παγκοσμίως. Η τελευταία αυτή διαπίστωση γίνεται ακόμη πιο εμφατική αν συνυπολογίσουμε ότι στη χώρα μας οι αλλοδαποί εισακτέοι συνιστούν αμελητέα ποσότητα, ενώ αντίθετα σημαντικός αριθμός Ελλήνων σπουδάζει σε χώρες του εξωτερικού. Συνολικά, μπορούμε πλέον να απαντήσουμε στο πρώτο μέρος του αρχικού ερωτήματός μας. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να τα έχει πάει καλύτερα!

Σε σχέση με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και δεδομένης της παραπάνω επαγωγής, αναμένουμε, εφόσον η προσφερόμενη τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι υψηλού επιπέδου, η χώρα μας να έχει βελτιώσει τους θεσμούς της και τις προοπτικές ανάπτυξής της σε σχέση πάντα με άλλες χώρες του κόσμου. Για να δώσουμε απάντηση και στο ερώτημα αυτό, δεν έχουμε παρά να καταφύγουμε και πάλι στη μελέτη των σχετικών δεδομένων. Ειδικότερα, αντλήθηκαν διαθέσιμα στοιχεία από το 2008 έως και το 2018 για την κατάταξη της χώρας μας (μεταξύ 152 χωρών) βάσει του δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας. Η έννοια της ανταγωνιστικότητας όπως ορίζεται στον εν λόγω δείκτη είναι ευρεία καθώς περιλαμβάνει το σύνολο των θεσμών, πολιτικών και άλλων παραγόντων οι οποίοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας χώρας. Ο δείκτης υπολογίζεται από την απόδοση κάθε χώρας σε 12 πυλώνες, όπως για παράδειγμα η ποιότητα των θεσμών, το μακροοικονομικό περιβάλλον, η υγεία και βασική εκπαίδευση, η ανώτατη εκπαίδευση και κατάρτιση, η τεχνολογική ετοιμότητα και η καινοτομία.

Μία πρώτη ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι ενώ ήδη από το 2000 η Ελλάδα ανήκε στο κορυφαίο 5% παγκοσμίως στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και από το 2010 είναι πρώτη μεταξύ όλων των χωρών του κόσμου, η μέση κατάταξή της (για το διάστημα 2008-2018) βάσει του δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας είναι μόλις στην 82η θέση! Ενώ η χώρα αυξάνει το ποσοστό εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (από 92% το 2008 σε 143% το 2018), η κατάταξή της με βάση τον δείκτη ανταγωνιστικότητας επιδεινώνεται (από 65η το 2008 σε 87η το 2018). Από την πλευρά της η Ολλανδία αυξάνει το ποσοστό εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (από 60% το 2008 σε 87% το 2018), η κατάταξή της ως προς τον δείκτη ανταγωνιστικότητας βελτιώνεται (από 10η το 2008 σε 4η το 2018). Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι: (α) πολιτικές που αποσκοπούν στην ποσοτική αύξηση των τμημάτων στα ΑΕΙ της χώρας με αντίστοιχη αύξηση των εισακτέων δεν είναι (πλέον) αποτελεσματικές και (β) πρωταρχικός στόχος των εφαρμοζόμενων πολιτικών στην ανώτατη εκπαίδευση θα πρέπει να είναι η άμεση βελτίωση των ποιοτικών της χαρακτηριστικών. Αιχμή του δόρατος των πολιτικών βελτίωσης της ποιότητας των ΑΕΙ, πέρα από την επιτακτική ανάγκη συνολικής αναμόρφωσης του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν μπορεί παρά να είναι η προσέλκυση υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκού προσωπικού, καθώς, χωρίς αυτό το προσωπικό, κάθε ενέργεια βελτίωσης της ποιότητας δεν μπορεί παρά να είναι ρίψη ύδατος εις τετρημένον πίθον!

* Ο κ. Θεολόγος Δεργιαδές είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος.
** Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool Management School.