ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Δεν ανησυχούν τις ελληνικές τράπεζες τα στρες τεστ

den-anisychoyn-tis-ellinikes-trapezes-ta-stres-test-561431869

Την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών σε σχέση με την κεφαλαιακή τους επάρκεια αναμένεται να επιβεβαιώσουν τα στρες τεστ, τα αποτελέσματα των οποίων θα ανακοινωθούν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο στο τέλος Ιουλίου. 

Στην άποψη αυτή συμφωνεί το σύνολο των αναλυτών, αίροντας τις ανησυχίες σε σχέση με τις επιπτώσεις που θα έχει η πανδημία στους ισολογισμούς των τραπεζών, αν και όπως όλοι τονίζουν οι επιπτώσεις αυτές δεν έχουν αποτυπωθεί ακόμη με ακρίβεια, κυρίως λόγω των εκτεταμένων προγραμμάτων δημοσιονομικής στήριξης που έχουν εφαρμόσει οι εθνικές κυβερνήσεις με την υποστήριξη της ΕΚΤ.

Οι συνέπειες της πανδημίας ενσωματώνονται ουσιαστικά στο δυσμενές σενάριο που προβλέπεται με βάση τη μεθοδολογία της European Banking Authority (EBA), σύμφωνα με το οποίο για την Ελλάδα εκτιμάται ύφεση 1,8% το 2021, 2,5% το 2022 και ασθενική ανάπτυξη 0,7% το 2023. Αντίθετα, το βασικό σενάριο, που είναι ευθυγραμμισμένο και με τις εκτιμήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών, προβλέπει ανάπτυξη 4,2% το 2021, 4,8% το 2022 και 3,7% το 2023. 

Οπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, τα στρες τεστ αποτελούν «φωτογραφία του ισολογισμού των τραπεζών του 2020» και αξιολογούν την κεφαλαιακή κατάσταση των τραπεζών με βάση «τη στατική εικόνα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης». Ως εκ τούτου, δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις εξελίξεις του πρώτου εξαμήνου, που «συνιστούν κοσμογονία» για τις ελληνικές τράπεζες, μετά τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου στις οποίες προχώρησαν η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς, ύψους 800 εκατ. ευρώ και 1,4 δισ. ευρώ αντίστοιχα, ενισχύοντας σημαντικά την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Πέραν των δύο ΑΜΚ, οι ελληνικές τράπεζες έχουν προχωρήσει και σε ομολογιακές εκδόσεις –Tier II 14% και ΑΤ1– ενισχύοντας περαιτέρω τα κεφάλαιά τους, αλλά και σε συμπληρωματικές ενέργειες για την αποδέσμευση κεφαλαίων. Λαμβάνοντας υπόψη τις ενέργειες αυτές, οι κεφαλαιακοί δείκτες σε επίπεδο βασικών εποπτικών κεφαλαίων (Core Tier 1) έχουν ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με τα στοιχεία του τέλους 2020, βάσει των οποίων ο κεφαλαιακός δείκτης της Alpha Bank βρισκόταν στο 17,3%, της Εθνικής στο 15,7%, της Eurobank στο 13,9% και της Τράπεζας Πειραιώς στο 13,8%. Στατική με βάση τα στοιχεία του 2020 είναι επίσης η εικόνα συγκριτικά με την πορεία των κόκκινων δανείων, που σύμφωνα με τα στοιχεία του 2020 βρίσκονταν στο 27% για την Alpha, στο 14% για την Εθνική και για την Eurobank και στο 45% για την Πειραιώς, εικόνα που έχει διαφοροποιηθεί άρδην τους τελευταίους μήνες μετά τις εκτεταμένες τιτλοποιήσεις που υλοποιούν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες μακροοικονομικές παραδοχές βάσει των οποίων στρεσάρονται οι ελληνικές τράπεζες, για την ανεργία, το βασικό σενάριο της ΕΒΑ προβλέπει ποσοστό 16,6% το 2021, 15,6% το 2022 και 13,9% το 2023, ενώ το δυσμενές 18,9% το 2021, 22,1% το 2022 και 22,2% το 2023. 

Για τον πληθωρισμό, η πρόβλεψη του βασικού σεναρίου είναι -0,1% το 2021, 0,6% το 2022 και 0,9% το 2023 και η πρόβλεψη του δυσμενούς σεναρίου -0,3% το 2021, 0,1% το 2022 και – 0,1% το 2023. 

Τέλος, για τα οικιστικά ακίνητα, το βασικό σενάριο προβλέπει υποχώρηση των τιμών κατά 1,5% για το 2021, ενίσχυση κατά 5,1% το 2022 και 4,3% για το 2023 και το δυσμενές -5,8%, -3,1% και -1,3% αντίστοιχα. Για τα εμπορικά ακίνητα, το βασικό σενάριο ήταν 0,3% αύξηση τιμών και για τα τρία έτη και το δυσμενές -13,4% για το 2021, -9,3% για το 2022 και -3,4% για το 2023.