ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Η ΔΕΗ άντλησε 500 εκατ. ευρώ από το «πράσινο» ομόλογο

Η έκδοση υπερκαλύφθηκε κατά 6,5 φορές, στο 3,375% το τελικό επιτόκιο

i-dei-antlise-500-ekat-eyro-apo-to-prasino-omologo-561434206

Ιδιαίτερα ισχυρό ήταν το ενδιαφέρον από διεθνείς αλλά και Ελληνες επενδυτές για τη νέα έκδοση «πράσινου» ομολόγου της ΔΕΗ, τη δεύτερη της ελληνικής εισηγμένης για το τρέχον έτος. Η έκδοση του ομολόγου με ρήτρα αειφορίας (Sustainability-Linked Bond) και διάρκειας 7 ετών υπερκαλύφθηκε κατά 6,5 φορές, κατατέθηκαν δηλαδή προσφορές άνω των 2,3 δισ. ευρώ, εξέλιξη που ώθησε τη ΔΕΗ να αντλήσει τελικά 500 εκατ. ευρώ έναντι των 350 εκατ. ευρώ που ήταν ο αρχικός στόχος. Το βιβλίο προσφορών άνοιξε αργά το απόγευμα της Δευτέρας και έκλεισε χθες το μεσημέρι στις 13.30 ώρα Ελλάδας, με το τελικό επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,375% και σημαντικά χαμηλότερα τόσο από την αρχική τιμολόγηση, η οποία είχε διαμορφωθεί στο 3,75%, όσο και από το ενδεικτικό εύρος της τιμολόγησης που δόθηκε στη συνέχεια, το οποίο κινήθηκε στο 3,5% με 3,75%.

Τα έσοδα από την έκδοση, όπως έχει ανακοινώσει η ΔΕΗ, θα χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή υφιστάμενου δανεισμού, συμπεριλαμβανομένης της μερικής αποπληρωμής κοινοπρακτικού δανείου που ωριμάζει τον Οκτώβριο του 2023, καθώς και για την πληρωμή των δαπανών και εξόδων της προσφοράς, τα οποία τοποθετούνται στα 5 εκατ. ευρώ. «Η επιχείρηση θα μπορέσει να αναχρηματοδοτήσει παλαιότερο και πιο ακριβό δανεισμό και θα έχει έτσι καλύτερα αποτελέσματα», δήλωσε σχετικά ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας, μιλώντας σε συνέδριο.

Η επιχείρηση έχει επιτύχει άλλωστε σημαντικά αποτελέσματα τόσο σε ό,τι αφορά το κόστος δανεισμού, όσο και τη μείωση του χρέους της. Οπως σημείωσε πρόσφατα ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ Γιώργος Στάσσης σε ενημέρωση στη Βουλή, την τελευταία διετία η επιχείρηση προχώρησε στην πληρωμή 1,341 δισ. ευρώ προκειμένου να μειώσει τον δανεισμό της και να αποπληρώσει οφειλές προς τρίτους. Συγκεκριμένα, οι οφειλές της ΔΕΗ προς την αγορά μειώθηκαν κατά 435 εκατ. ευρώ, ο δανεισμός μειώθηκε κατά 636 εκατ. ευρώ, ενώ δόθηκαν 270 εκατ. ευρώ για να μειωθούν οι οφειλές της ΔΕΗ προς τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ).

Αξίζει να σημειωθεί πως στη χθεσινή 7ετή έκδοση, η οποία έχει δυνατότητα ανάκλησης μετά το πέρας των πρώτων 3 ετών (τύπου 7NC3), η ρήτρα αειφορίας συνδέεται με τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για την οποία δεσμεύεται η ΔΕΗ και προβλέπει ότι αν δεν επιτευχθεί ο στόχος, η επιχείρηση θα καταβάλει «πέναλτι» στους ομολογιούχους, το οποίο αντιστοιχεί σε προσαύξηση 0,5% στο επιτόκιο. Η ρήτρα προβλέπει ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα μειωθούν κατά 57% στην περίοδο 2019-2023, ενώ υπενθυμίζεται ότι η ρήτρα στο 5ετές αντίστοιχο ομόλογο, το οποίο εξέδωσε η ΔΕΗ τον Μάρτιο, προέβλεπε μείωση 40% των εκπομπών για την περίοδο 2019-2022.

Πηγές της αγοράς αναφέρουν ότι το επιτόκιο είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, κάτι που εξηγεί και την υψηλή ανταπόκριση που είχε η έκδοση, και διαμορφώθηκε μάλιστα σε χαμηλότερα επίπεδα από το επιτόκιο της έκδοσης του 5ετούς του Μαρτίου, από την οποία η ΔΕΗ άντλησε συνολικά κεφάλαια 775 εκατ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχε μεγαλύτερη διάρκεια. Συγκεκριμένα, το επιτόκιο του ομολόγου λήξης Μαρτίου 2026 είχε εκδοθεί με απόδοση 3,875%, η οποία βέβαια σήμερα έχει υποχωρήσει σημαντικά, στο 2,3%. Αξίζει να σημειωθεί πως κύριοι συντονιστές της έκδοσης ήταν οι Goldman Sachs και HSBC Continental Europe Europe, με συνδιαχειριστές τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες και τις Ambrosia Capital, AXIA Ventures, Credit Suisse Securities, Sociedad de Valores, και JPMorgan, ενώ ο τίτλος θα εισαχθεί στην αγορά του Δουβλίνου.

Ο στόχος της διοίκησης της ΔΕΗ να προσελκύσει κεφάλαια μακροπρόθεσμης τοποθέτησης επιβεβαιώθηκε για μία ακόμη φορά, όπως και στην έκδοση του Μαρτίου, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, στην έκδοση συμμετείχαν σημαντικοί μεγάλοι ξένοι επενδυτές οι οποίοι θα καλύψουν περίπου τα δύο τρίτα του ποσού που αντλεί η ΔΕΗ. Αν και η εισηγμένη βρίσκεται στην πρώτη φάση του μετασχηματισμού της, έχει αποδεδειγμένα ανακτήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και έχει στρώσει το έδαφος για χρηματοδότηση με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους μελλοντικά.