ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σταδιακή η αποσωλήνωση της οικονομίας

Τι προτείνουν οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιστημονικοί φορείς στην κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό

stadiaki-i-aposolinosi-tis-oikonomias-561437413

Η πρόταση των κοινωνικών φορέων να παραμείνει ο κατώτατος μισθός στα σημερινά επίπεδα αποτυπώνει με ακρίβεια την ευρύτερη φάση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία 1,5 χρόνο μετά την έναρξη της πανδημίας. Ουσιαστικά, χωρίς η υγειονομική κρίση να έχει τελειώσει και με την τουριστική σεζόν σε εξέλιξη, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση «αποσωλήνωσης» μετά τα μέτρα περίπου 20 δισ. που πάρθηκαν το 2020. Το δεύτερο εξάμηνο του 2021 θα αποτελέσει ολόκληρο μια τέτοια μεταβατική φάση, όπου οι επιχειρήσεις θα επιχειρήσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους για να βγουν στο ξέφωτο το 2022. Αυτό είναι το κυριότερο επιχείρημα που χρησιμοποιούν όλοι οι φορείς στην πρότασή τους προς την κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό. Κατά τη διαβούλευση το ΚΕΠΕ, η Τράπεζα της Ελλάδος, το ΙΟΒΕ αλλά και οι ενώσεις μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων (ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ) τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου πλαισίου, καθώς σε διαφορετική περίπτωση έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για επιπτώσεις στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, αλλά ακόμα χειρότερα κάνοντας λόγο και για αύξηση της ανεργίας από εκείνους που δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε μια πιθανή αύξηση. Το κεντρικό σκεπτικό αφορά κυρίως τις μικρές επιχειρήσεις που κρατήθηκαν ζωντανές λόγω της κρατικής στήριξης και οι οποίες έπειτα από τόσο μεγάλη ύφεση το 2020 και χωρίς να έχουν αποκρυσταλλωθεί οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας, δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος αυξήσεων. 

Από τους φορείς που συμμετείχαν στη διαβούλευση, μόνο η ΓΣΕΕ τάχθηκε ανοικτά υπέρ μιας άμεσης αύξησης του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ μηνιαίως (+15,5%), με την προοπτική περαιτέρω αύξησης στα 809 ευρώ. Από τους υπόλοιπους φορείς η ΓΣΕΒΕΕ εκφράζει φόβο για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, την ώρα μάλιστα που σχετική έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ αποτυπώνει την πιθανότητα 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να βάλουν λουκέτο το επόμενο διάστημα, ενώ οι μισές αναμένουν μείωση του κύκλου εργασιών τους. Η ΕΣΕΕ αναφέρει πως η απόσυρση των μέτρων στήριξης «θα δείξει τις πραγματικές επιπτώσεις της πανδημίας σε επιχειρηματικότητα και απασχόληση και αφετέρου θα προσθέσει περαιτέρω βάρος υποχρεώσεων στις επιχειρήσεις». Από την πλευρά του ο ΣΕΤΕ εκφράζει τον φόβο πως στην παρούσα φάση μια αύξηση του κατώτατου μισθού «είναι εξαιρετικά πιθανό να επιφέρει τη μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και του ρυθμού μείωσης της ανεργίας». Ο ΣΒΕ αναφέρει πως η αύξηση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα, ενώ ο ΣΕΒ τάσσεται επίσης κατά, τουλάχιστον για το διάστημα που διαρκούν οι άμεσες αρνητικές επιδράσεις της πανδημίας. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, η ΓΣΕΕ στηρίζει την αύξηση του κατώτατου μισθού σε τρεις πυλώνες: Πρώτον, στο χαμηλό επίπεδο του κατώτατου μισθού σε σχέση με τον μέσο και διάμεσο μισθό στην οικονομία. Δεύτερον, αναφέρει πως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό προχώρησαν σε αυξήσεις την περίοδο 2020-2021. Τρίτον, εστιάζει στις θετικές επιπτώσεις που θα έχει η αύξηση της κατανάλωσης στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. 

Τέλος, η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει τις σοβαρές επιπτώσεις που θα έχει η αύξηση του κατώτατου μισθού στο κόστος εργασίας ενός μεγάλου εύρους επιχειρήσεων που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας, ενώ το ΕΙΕΑΔ (Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού) εισηγείται δύο επιλογές: είτε διατήρηση του μισθού στα 650 ευρώ με παράλληλα μέτρα αύξησης της αγοραστικής δύναμης, είτε αύξησή του κατά 1,53%. Στην ανάλυσή του επισημαίνει ιδιαίτερα τον θετικό αντίκτυπο που έχει η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και του πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων.  

Το πολιτικό σκέλος  

Η πιθανή αύξηση ή όχι του κατώτατου μισθού είχε συζητηθεί εδώ και τουλάχιστον δύο μήνες μεταξύ του πρωθυπουργού και του υπουργού Εργασίας. 
Τότε ο Κωστής Χατζηδάκης, έχοντας πρώιμη εικόνα, είχε ενημερώσει τον κ. Μητσοτάκη πως οι φορείς δεν πρόκειται να προτείνουν αύξηση του κατώτατου μισθού λόγω της μεγάλης ύφεσης του 2020 και της αβεβαιότητας του 2021. Υπήρχε τότε η επιλογή η συζήτηση για την αύξηση ή όχι να μη γίνει καθόλου, λόγω «έκτακτων συνθηκών», όπως είχε γίνει και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ λόγω τότε των μνημονίων. Βούληση του πρωθυπουργού όμως ήταν η συζήτηση να προχωρήσει κανονικά και να δοθούν στη δημοσιότητα οι προτάσεις των φορέων, ώστε να ενημερωθούν και οι πολίτες. Υπάρχει όμως και η πολιτική διάσταση. Εάν του χρόνου η ανάπτυξη προσεγγίσει το 5%-6% όπως λένε οι προβλέψεις, τότε ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί δίνοντας ακόμα ένα όπλο στη φαρέτρα του κ. Μητσοτάκη να οδηγήσει τη χώρα στις κάλπες. 

Αύριο θα πραγματοποιηθεί η τελευταία πριν από τις διακοπές συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, στην οποία θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, ύστερα από εισήγηση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστή Χατζηδάκη.