ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού

i-antagonistikotita-toy-ellinikoy-toyrismoy-561438121

Στον σύγχρονο κόσμο, η οικονομική επιβίωση των κρατών προϋποθέτει να διαθέτουν τη δυνατότητα παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών με ανταγωνιστικούς όρους. Ο τουρισμός αποτελεί, για την Ελλάδα, την κατ’ εξοχήν εξωστρεφή και εξαγωγική δραστηριότητα για την οποία μπορεί να διεκδικήσει μία από τις πρώτες θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας, αφού το brand του ελληνικού τουριστικού προϊόντος είναι ένα από τα ισχυρότερα παγκοσμίως. 

Μελέτη της γαλλικής εταιρείας ερευνών αγοράς Ipsos, από τις πλέον έγκυρες διεθνώς, αναδεικνύει το ελληνικό τουριστικό brand ως το 5ο ισχυρότερο παγκοσμίως. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγαν –κατά τη διάρκεια της έξαρσης της πανδημίας πέρυσι τον Σεπτέμβριο– ο Εθνικός Οργανισμός Τουρισμού της Ισπανίας Turespana και το Βασιλικό Ινστιτούτο El Cano της Ισπανίας, αναφορικά με το ποια ήταν η χώρα που ήθελαν να επισκεφθούν μετά την πανδημία οι πολίτες 29 χωρών, η Ελλάδα ήταν ο Νο 1 προτιμώμενος προορισμός για τους Ευρωπαίους πολίτες και ο Νο 5 για τις άλλες αγορές. Τέλος, πρόσφατη μελέτη διαφόρων βρετανικών οργανισμών διαχείρισης και προώθησης προορισμών, μεταξύ των οποίων και ο Visit Britain, επιβεβαίωσε τα παραπάνω.

Ερευνα του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ) για την Ελλάδα και ανταγωνίστριες χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Μάλτα, Τουρκία και Κροατία) προσδιόρισε ως τα πλέον ισχυρά χαρακτηριστικά του ελληνικού τουριστικού προϊόντος την εγγενή αίσθηση φιλοξενίας και φιλικότητας που αισθάνεται ο επισκέπτης στην Ελλάδα, τις υποδομές διαμονής, την αίσθηση ασφάλειας και τη γαστρονομία και –στη συνέχεια– τις παραλίες, ενώ τα τοπία μας, αν και αξιολογήθηκαν υψηλά, δεν θεωρήθηκε ότι υπερτερούν αυτών των άλλων χωρών. Είναι δηλαδή αξιοσημείωτο, σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη άποψη, ότι το πλεονέκτημά μας δεν είναι τόσο οι φυσικές ομορφιές της χώρας αλλά το ανθρώπινο στοιχείο της ως οικοδεσπότες και κάποια ανθρωπογενή χαρακτηριστικά, όπως τα καταλύματα, η γαστρονομία και η αίσθηση ασφάλειας.

Αντίθετα, τα πεδία στα οποία η Ελλάδα μειονεκτεί έναντι του ανταγωνισμού συνδέονται κυρίως με τη λειτουργία των προορισμών (δημόσιες υποδομές, καθαριότητα, πληροφόρηση, άναρχη πολεοδομία, έλλειψη ποικιλίας δραστηριοτήτων, shopping). Πολύ ενδιαφέρον είναι επίσης ότι αν και η Ελλάδα βαθμολογείται θετικά ως προς τις αρχαιότητες, καταγράφεται η αναγκαιότητα για ανάπτυξη μιας ευρύτερης ποικιλομορφίας –π.χ. βυζαντινός, νεότερος και σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός– αλλά και αναβάθμιση της παρουσίασης των πολιτιστικών πόρων με περισσότερο ενδιαφέροντες τρόπους για τον επισκέπτη (story telling) πέρα από τη βασική τεκμηρίωση που προσφέρεται. Αρνητική είναι επίσης και η εικόνα για άλλους παράγοντες που είναι εξίσου σημαντικοί για τους τουρίστες με ενδιαφέρον στον πολιτισμό, όπως είναι η κατάσταση και η καθαριότητα εντός και εκτός των αρχαιολογικών χώρων, η εικόνα των πόλεων, αλλά και το φάσμα αγοραστικών επιλογών (shopping), οι επιλογές για ψυχαγωγικές δραστηριότητες κ.λπ.

Παρά τα προαναφερθέντα σημαντικά πλεονεκτήματα και εν μέρει λόγω των μειονεκτημάτων, στην παγκόσμια κατάταξη τουριστικής ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum του 2019, η Ελλάδα κατατάχθηκε στη θέση 24 επί 140 χωρών. Αν και η θέση αυτή είναι πολύ καλύτερη από τη θέση 59 που κατατάχθηκε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στο σύνολό της, είναι αρκετά πίσω από την Ισπανία (Νο 1), τη Γαλλία (Νο 2), την Ιταλία (Νο 8) και την Πορτογαλία (Νο 12). Δύο από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι το επιχειρηματικό περιβάλλον, για το οποίο η Ελλάδα κατέχει τη θέση 119 επί 140 χωρών και το φορολογικό πλαίσιο στο οποίο καταλαμβάνει την τελευταία 140ή θέση επί 140 χωρών.

Συνοψίζοντας, ο ελληνικός τουρισμός έχει πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να μετατραπούν σε ισχυρό παγκόσμιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μέσω της καλύτερης διαχείρισης προορισμών, και μάλιστα σε θέματα βιωσιμότητας για την οποία υπάρχει μια αυξημένη ευαισθησία μετά την πανδημία, ενός στρατηγικού ψηφιακού μετασχηματισμού στις κατευθύνσεις που ανέδειξε πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ και της Accenture και ενός περισσότερο φιλικού επιχειρηματικού και φορολογικού πλαισίου. Με τον τρόπο αυτό, μέρη όπως τα νησιά μας, που είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορούν να ενταχθούν με άλλο τρόπο στον σύγχρονο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, θα αναβαθμίσουν τη θέση τους στον παγκόσμιο τουρισμό καθώς αυτός θα ανακάμπτει και θα ανακτήσουν και βελτιώσουν το πολύ ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης που τους προσφέρει η τουριστική δραστηριότητα.

* Ο κ. Αρης Ικκος είναι οικονομολόγος – επιστημονικός διευθυντής Ινστιτούτου ΣΕΤΕ.