ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο στόχος της ψηφιοποίησης για έναν τραπεζικό όμιλο

o-stochos-tis-psifiopoiisis-gia-enan-trapeziko-omilo-561441025

Οι καινούργιοι διευθύνοντες σύμβουλοι τραπεζών συχνά κληρονομούν προβλήματα. Ο Τόμας Γκοτστάιν, διευθύνων σύμβουλος της Credit Suisse, ανέλαβε έπειτα από ένα σκάνδαλο παρακολούθησης, ενώ η Τζέιν Φρέιζερ της HSBC και ο Νόελ Κουίν αγωνίζονται να διασφαλίσουν υψηλότερη χρηματιστηριακή αξία. 

Ο νέος «νυμφίος» της ελβετικής UBS, Ραλφ Χάμερς, δεν πρέπει να λύσει άμεσα κάποια προβλήματα και αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός ότι η στρατηγική του φαίνεται κάπως υποτονική. Τα αποτελέσματα δευτέρου τριμήνου που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα καταδεικνύουν καλή πορεία της τράπεζας. Τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 21% στα 9 δισ. δολάρια και έτσι η ελβετική τράπεζα έχει ετήσια απόδοση κεφαλαίου 15,4%. Η χρηματιστηριακή της αξία βρίσκεται μόλις στα 50 δισ. δολάρια και είναι περίπου ίδια με το ενεργητικό της αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις της. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποτιμούνται κατά μέσον όρο περίπου στα 2/3 της αξίας των λογιστικών τους βιβλίων, σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων Refinitiv.

Ισως γι’ αυτόν τον λόγο ο Χάμερς αποφεύγει να ταράξει τα νερά. Διατηρεί μεγάλο μέρος των συνεργατών του προκατόχου του. Προ μηνών ανακοίνωσε τη νέα στρατηγική του που επικεντρώνεται στην ψηφιοποίηση και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν σχέση με την κλιματική αλλαγή, με κοινωνικά ζητήματα και με ζητήματα διακυβέρνησης. Επί του παρόντος οι κύριοι οικονομικοί στόχοι της τράπεζάς του παραμένουν οι ίδιοι, ενώ το ένα δισεκατομμύριο δολάρια που εξοικονομήθηκαν θα επανεπενδυθούν και δεν θα δοθούν στους μετόχους ως μέρισμα.

Ο Χάμερς μπορεί να βλέπει τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Η τράπεζά του δεν αντιμετωπίζει προβλήματα αν συγκριθεί με τις ευρωπαϊκές. Σε σύγκριση, όμως, με τις ανταγωνίστριές της στη Wall Street, τις Morgan Stanley και Goldman Sachs, φαίνεται πολύ αδύναμη. Το λειτουργικό κόστος της αναμένεται να απορροφήσει το 75% των εσόδων της το επόμενο έτος βάσει στοιχείων της Refintiv, όταν για τις αμερικανικές το αντίστοιχο ποσοστό είναι 66,6%. Η τράπεζα του Χάμερς θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη δυναμική αν ο διευθύνων σύμβουλός της κατορθώσει να μειώσει το κόστος και να παρουσιάσει αντίστοιχες αποδόσεις με αυτές των δύο μεγάλων αμερικανικών τραπεζών.

Ισως, όμως, είναι αδύνατον κάτι τέτοιο. Το χάσμα στα κέρδη οφείλεται εν μέρει στο μέγεθος της αμερικανικής αγοράς που είναι πολύ μεγαλύτερη από την ελβετική και κατά συνέπεια αφήνει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Εξάλλου, το υψηλό κόστος διαχείρισης του επενδυτικού βραχίονα της UBS αποτελεί φόβητρο για τους επενδυτές εδώ και πολλά χρόνια. Αν συρρικνωθούν τα περιθώρια κέρδους σε σημαντικό βαθμό ενδέχεται να αναγκαστεί η τράπεζα να εγκαταλείψει τις αγορές ορισμένων χωρών. Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται απίθανο για έναν τραπεζικό όμιλο που αυτοπροσδιορίζεται ως κυρίως ιδιωτική τράπεζα και μάλιστα διεθνής ιδιωτική τράπεζα. Μια ριζική αναδιάταξη των συστημάτων πληροφορικής που διαθέτει η τράπεζα θα μπορούσε να τη διευκολύνει να περικόψει το κόστος και να εξοικονομήσει χρήματα για χρόνια. Θα απέβαινε, ωστόσο, επιζήμια για τα βραχυπρόθεσμα έσοδά της. Ως εκ τούτου φαίνεται πολύ πιο εύκολο να δίνει κάποιος πολλή έμφαση και να προβάλλει πάρα πολύ την τεχνολογία που χρησιμοποιεί, όπως και τα θέματα διακυβέρνησης, κοινωνικής ευαισθησίας και αντιμετώπισης κλιματικής αλλαγής, ενώ επί της ουσίας αφήνει τα πάντα αμετάβλητα.