ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο μισό ο φορολογικός συντελεστής για συγχωνεύσεις και εξαγορές

Πακέτο κινήτρων για τη μεγέθυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

sto-miso-o-forologikos-syntelestis-gia-sygchoneyseis-kai-exagores-561444400

Τη μείωση του φορολογικού συντελεστή ακόμα και 50% για τις επιχειρήσεις που θα συγχωνευθούν ή γενικότερα μετασχηματισθούν σχεδιάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, με στόχο η ελληνική οικονομία να γίνει ανταγωνιστική αλλά και για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις την επόμενη μέρα. Αν και τα κίνητρα που θα δοθούν θα διέπονται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, το πλαίσιο θα είναι ευέλικτο, χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που θα μπορούσαν να ακυρώσουν στην πράξη τη νομοθεσία. 

Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Οικονομικών, στο τραπέζι των φορολογικών κινήτρων βρίσκεται η μείωση του φορολογικού συντελεστή στο μισό για μία πενταετία (από το 22% στο 11%), υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό που θα γλιτώσουν δεν θα διανεμηθεί ή κεφαλαιοποιηθεί. Και αυτό καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει τα ποσά να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις και να μην καταλήξουν στις «τσέπες» των μετόχων. Μάλιστα, η μείωση του φορολογικού συντελεστή επί των κερδών οδηγεί σε ντόμινο μειώσεων των επιβαρύνσεων, για παράδειγμα της προκαταβολής φόρου σε συνδυασμό με τις γενικευμένες παροχές, όπως η μείωση των εργοδοτικών εισφορών και η μείωση της προκαταβολής φόρου στο 80% από 100%. 

Ταμείο Ανάκαμψης

Το ζήτημα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, είναι να αξιοποιηθούν τα νέα μέτρα από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας. Μάλιστα σημειώνουν ότι η πανδημική κρίση τραυμάτισε σημαντικά πολλές ΜμΕ, οι οποίες κατάφεραν να παραμείνουν ζωντανές εξαιτίας της κρατικής στήριξης. Για αυτό τον λόγο θεωρείται επιβεβλημένη η ανάγκη για συγχωνεύσεις, έτσι ώστε να δημιουργηθούν ισχυρές επιχειρήσεις με πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό αλλά και για να αποκτήσουν πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.

Από την κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, για να διοχετευθούν τα 12,7 δισ. ευρώ δανείων από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα πρέπει οι ελληνικές επιχειρήσεις να «μεγαλώσουν», ώστε να καταφέρουν να φθάσουν στο… Ταμείο. Εκτιμούν δε ότι οι περισσότερες συγχωνεύσεις θα είναι από τις αναδυόμενες τεχνολογίες και την ψηφιοποίηση.
Ωστόσο, αυτό που επιθυμεί η κυβέρνηση είναι να «σπρώξει» τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Τα τελευταία χρόνια, οι όποιες συγχωνεύσεις προέρχονταν κυρίως από τον χώρο της ναυτιλίας και των τραπεζών, δηλαδή από πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που ήταν και παραμένουν ανταγωνιστικές. Βέβαια, και σήμερα υπάρχουν φοροαπαλλαγές και κίνητρα για συγχωνεύσεις σε διάσπαρτους νόμους, οι οποίοι όμως επί της ουσίας έχουν ακυρωθεί λόγω της δυσνόητης νομοθεσίας και των διασταλτικών ερμηνειών από τις εγκυκλίους και τις αποφάσεις που ακυρώνουν στην ουσία το πνεύμα του νομοθέτη. Στο πλαίσιο αυτό, εξηγούν από το υπουργείο Οικονομικών, οι διατάξεις που θα συνοδεύουν το σχέδιο της κυβέρνησης θα είναι απλές, χωρίς περιθώρια παρερμηνειών.

Δικλίδες ασφαλείας

Από την άλλη πλευρά, όμως, το νέο θεσμικό πλαίσιο θα έχει δικλίδες ασφαλείας, ώστε η μεγέθυνση που θα προκύπτει να είναι πραγματική και όχι πλασματική, προκειμένου να επωφεληθεί ο επιχειρηματίας από τα κίνητρα. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση αύξησης του τζίρου του νέου σχήματος σε σχέση με το μέγεθος των προηγουμένων. Στόχος είναι να δημιουργηθούν επιχειρήσεις που θα έχουν αυξημένη ανταγωνιστικότητα και αυτό προϋποθέτει ένα ελάχιστο μέγεθος. Σύμφωνα άλλωστε με την έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη: «Για την ελληνική οικονομία, ο στόχος ενδυνάμωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι απόλυτα συμβατός με την ανάγκη να υπάρξει συστηματική μεγέθυνση όλων των επιχειρήσεων, μικρών, μεσαίων και μεγάλων. Αυτό γιατί η ενδυνάμωση των επιχειρήσεων διέρχεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από την αύξηση του μεγέθους τους, που βελτιώνει τους όρους κόστους». 

Στο τραπέζι μείωση εισφορών και δάνεια με ευνοϊκούς όρους

Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να μεγαλώσουν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθετε η έκθεση, το 48,5% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικρές, απασχολώντας έως 9 άτομα, ενώ στην Ε.Ε. κατά μέσον όρο το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόνο 29,9%. Oι επιπτώσεις αυτής της εικόνας αντανακλώνται άμεσα στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας. Στη δέσμη των κινήτρων που εξετάζει η κυβέρνηση περιλαμβάνονται:

1. Χαμηλός φορολογικός συντελεστής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για τις υπό συγχώνευση εταιρείες.

2. Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών σε συνάρτηση με τον τζίρο.

3. Ειδική μέριμνα θα υπάρξει για όσες επιχειρήσεις έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα.

4. Ελκυστικά δανειακά προγράμματα για τις υπό συγχώνευση επιχειρήσεις. Οι εξαγορές και συγχωνεύσεις είναι ένα από τα πέντε κριτήρια επιλεξιμότητας για την πρόσβαση στα δάνεια των 12,7 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το σχέδιο προβλέπει ακόμη: 

Tην εισαγωγή νέας νομικής μορφής για τις αστικές επιχειρηματικές συμπράξεις, ένα πλαίσιο που θα ενθαρρύνει τις ατομικές επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε ανώτερης μορφής εταιρεία (περιορισμένη ευθύνη, περισσότερος έλεγχος).

Δέσμη κινήτρων για ΜμΕ και μεγαλύτερες επιχειρήσεις για την προώθηση συνεργατικών σχημάτων, κοινοπραξιών – joint ventures, clusters, δικαιόχρησης – franchising, συνεταιρισμών, ενώσεων κ.λπ.

Εμφαση σε συγκεκριμένους τομείς, όπως logistics, τουρισμός, εξαγωγές, έρευνα και ανάπτυξη. Ωστόσο, θεσπίζεται και πλαίσιο κινήτρων για τη συγχώνευση, μετατροπή και εξαγορά μεταξύ των επιχειρήσεων στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

sto-miso-o-forologikos-syntelestis-gia-sygchoneyseis-kai-exagores0
Ενας στους τρεις μικρομεσαίους πήρε επιδότηση ή επιχορήγηση και ένα επίσης σημαντικό τμήμα διευκολύνθηκε με πιστώσεις και αναστολές πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Με κρατική στήριξη άντεξαν στην πανδημία

Η διατήρηση του αριθμού των νέων επιχειρήσεων το 2020 στο ίδιο επίπεδο με το 2019, ο περιορισμένος αριθμός των επιχειρήσεων που έκλεισαν αλλά και η συγκρατημένη πτώση της απασχόλησης είναι αποτέλεσμα των κρατικών μέτρων στήριξης κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης. Συγκεκριμένα, η κρατική στήριξη, μέρος της οποίας ήταν και η παροχή εγγυήσεων με στόχο την τόνωση της ρευστότητας των ΜμΕ και η οποία διοχετεύθηκε μέσω του τραπεζικού συστήματος, βοήθησε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να απορροφήσουν τους κραδασμούς κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank, το 58% των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων είχε πρόσβαση σε κρατική ενίσχυση έναντι 33,6% κατά μέσον όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Μάλιστα, ένας στους τρεις μικρομεσαίους πήρε επιδότηση ή επιχορήγηση και ένα επίσης σημαντικό τμήμα διευκολύνθηκε με πιστώσεις και αναστολές πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Με τα κρατικά μέτρα η ελληνική επιχειρηματικότητα εμφανίστηκε ανθεκτική, παρά την ένταση της διαταραχής που προκάλεσε η πανδημία. Για παράδειγμα, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, ο αριθμός των νέων επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 26,2% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, αλλά το τρίτο τρίμηνο αυξήθηκε κατά 18,6% σε ετήσια βάση. Συνολικά, το 2020 έκλεισαν 22,7% λιγότερες επιχειρήσεις σε σχέση με το 2019. Αν και ο τζίρος τους μειώθηκε δραματικά (π.χ. κατά 52% στα καταλύματα και στην εστίαση), η απώλεια θέσεων εργασίας ήταν ηπιότερη (-10% στα καταλύματα και στην εστίαση).

Το μεγάλο ζητούμενο είναι όμως η επόμενη μέρα. Πώς θα καταφέρουν να επιστρέψουν στην κανονικότητα μετά την «αποσωλήνωση». Η παραγωγικότητα σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας των πολύ μικρών επιχειρήσεων –με λιγότερους από 10 απασχολουμένους– είναι μόλις 7.000 ευρώ ανά εργαζόμενο έναντι 22.000 ευρώ στις υπόλοιπες μικρομεσαίες και 44.300 ευρώ στις μεγάλες επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, αυτές οι χαμηλής ανταγωνιστικότητας επιχειρήσεις απασχολούν έναν στους δύο εργαζομένους στην Ελλάδα έναντι μόλις 29% κατά μέσον όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, γεγονός που πρακτικά σημαίνει πως η πορεία τους επηρεάζει δραματικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας συνολικότερα.

Οπως σημειώνουν οι αναλυτές της Alpha Bank, το Ταμείο Ανάκαμψης, «ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, περιλαμβάνει μια σειρά κινήτρων για την ανάπτυξη συνεργασιών, συγχωνεύσεων ή εξαγορών, με σκοπό την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους, της βελτίωσης των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και κατ’ επέκταση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Επιπρόσθετα, προβλέπει τη διενέργεια επενδύσεων με σκοπό την αναβάθμιση του εξοπλισμού και των υποδομών ειδικά στη μεταποίηση, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας της λειτουργίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, παραγωγικών διαδικασιών κ.λπ.) και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους (ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών ηλεκτρονικών πληρωμών, εργασίας από απόσταση, ψηφιακού γραφείου, digital marketplace, κυβερνοασφάλειας κ.λπ.). Τέλος, σύμφωνα με το σχέδιο, θα δοθούν ειδικά φορολογικά κίνητρα με σκοπό την ενίσχυση των πράσινων επενδύσεων, π.χ. σε εξοπλισμό σχετικό με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση υλικών κ.λπ.».