ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Fed ξεκίνησε τη συζήτηση για αλλαγή πολιτικής

Διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια, «βλέπει» πρόοδο στην οικονομία

i-fed-xekinise-ti-syzitisi-gia-allagi-politikis-561450541

Μήνυμα ότι έχει ξεκινήσει η συζήτηση για τον περιορισμό των μέτρων στήριξης της οικονομίας έστειλε χθες η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ καθώς ο πληθωρισμός ενισχύεται και παρά το γεγονός ότι η μετάλλαξη «Δέλτα» του κορωνοϊού συνιστά μια αυξανόμενη απειλή για την ανάκαμψη.

Η κεντρική τράπεζα διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα πως τον Δεκέμβριο είχε δεσμευτεί να συνεχίσει τις αγορές ομολόγων με ρυθμό 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον μήνα έως ότου σημειωθεί «ουσιαστική περαιτέρω πρόοδος» στην απασχόληση και στον πληθωρισμό.

«Η οικονομία έκανε πρόοδο ως προς αυτούς τους στόχους και η νομισματική επιτροπή θα συνεχίσει να αξιολογεί την πρόοδο στις επόμενες συναντήσεις της», σημείωσε η Fed στην ανακοίνωση που εξέδωσε μετά τη συνεδρίαση.

Αναγνώρισε πως η άνοδος του πληθωρισμού είναι αποτέλεσμα παροδικών παραγόντων, αλλά εκτίμησε πως η αύξηση των εμβολιασμών θα περιορίσει τις επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία.

Ορισμένοι αξιωματούχοι της Fed έχουν δηλώσει ότι θα προτιμούσαν να μην καθυστερήσει η μείωση των αγορών ομολόγων, επικαλούμενοι ανησυχίες για την οικονομική σταθερότητα, συμπεριλαμβανομένης μιας απότομης αύξησης των τιμών των κατοικιών. Εχουν υποστηρίξει επίσης ότι η Fed θα πρέπει να μειώσει τις αγορές ομολόγων με ενέχυρο στεγαστικά δάνεια με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι των κρατικών τίτλων, επειδή η αγορά κατοικίας δεν χρειάζεται πλέον υποστήριξη από την κεντρική τράπεζα.

Αναλυτές εκτιμούν πως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα αρχίσει να μειώνει τον ρυθμό αγοράς ομολόγων στις αρχές του 2022. Είναι ενδεικτικό ότι μετά την ανακοίνωση της Fed οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών τίτλων σημείωσαν άνοδο.

Η επόμενη συνεδρίαση της νομισματικής επιτροπής της Fed είναι προγραμματισμένη για τον Σεπτέμβριο, ωστόσο ο επικεφαλής της, Τζερόμ Πάουελ, ενδέχεται να δώσει κάποιο στίγμα των προθέσεών της στην ετήσια συνάντηση του Τζάκσον Χολ, περίπου σε ένα μήνα.

Τις αποφάσεις αλλά και τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η Fed παρακολουθεί στενά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οσο η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα πλησιάζει πιο κοντά σε μια απόφαση σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, τόσο θα ενισχύονται οι φωνές εκείνες στη Φρανκφούρτη που θεωρούν ότι πρέπει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο και η ΕΚΤ. Την προηγούμενη εβδομάδα η ΕΚΤ άφησε να εννοηθεί πως, με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις, τα αρνητικά επιτόκια θα διατηρηθούν έως το 2024 και υπογράμμισε με έμφαση ότι θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος κατά της κρίσης της πανδημίας, ύψους 1,85 τρισ. ευρώ, και με ρυθμό υψηλότερο σε σύγκριση με εκείνο των πρώτων μηνών του έτους. Ωστόσο, όπως παραδέχθηκε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, μια μικρή μειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου διατύπωσε διαφωνίες.

H άρση των μέτρων στήριξης από τις κεντρικές τράπεζες και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει απασχολεί όλο και περισσότερο τους θεσμούς της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι ενδεικτικό πως την προηγούμενη εβδομάδα το ΔΝΤ, στην έκθεσή του για τις ΗΠΑ, προέτρεψε τη Federal Reserve, όταν αποφασίσει να ανακοινώσει τη σταδιακή ανάκληση των δικών της έκτακτων μέτρων, να κοινοποιήσει με πολλή προσοχή τη συλλογιστική της, προκειμένου να διασφαλίσει πως αυτή θα γίνει με συντεταγμένο και διαφανή τρόπο. Το Ταμείο ανησυχεί πως μπορεί να επαναληφθεί ό,τι έγινε το 2013, όταν η Fed ανακοίνωσε πως θα μειώσει τις αγορές ομολόγων και προκάλεσε άμεσα μαζικές εκροές κεφαλαίων από τις αναδυόμενες οικονομίες. Κάτι τέτοιο σήμερα θα έπληττε την ευάλωτη ακόμη ανάκαμψη των αναδυόμενων οικονομιών.

Οπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε το ΔΝΤ, «θα χρειαστεί πολύ προσεκτική επικοινωνιακή πολιτική στη διαχείριση της μετάβασης σε μια πιο περιοριστική πολιτική» και κάλεσε τη Fed «να διαβεβαιώσει ότι θα εξακολουθήσει να προσφέρει ισχυρή στήριξη στην οικονομία κατά την προετοιμασία για τη σταδιακή μείωση των αγορών ομολόγων». Τόνισε επίσης ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ πρέπει να μεριμνήσει ώστε να αποφευχθούν «τυχόν παρερμηνείες από τις αγορές, μεγάλη αστάθεια και ανεπιθύμητη στροφή σε ιδιαίτερα αυστηρούς όρους χρηματοδότησης».