ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το ντιλ της ΜΕΒΓΑΛ αλλάζει το τοπίο στη γαλακτοβιομηχανία

Το διαζύγιο με τη ΔΕΛΤΑ και η είσοδος του Σπύρου Θεοδωρόπουλου

to-ntil-tis-mevgal-allazei-to-topio-sti-galaktoviomichania-561454090

Πριν από λίγα χρόνια, στο περιθώριο μιας εκδήλωσης στην Αίγλη του Ζαππείου, η κυρία Μαίρη Χατζάκου, εκτελεστική πρόεδρος πλέον της ΜΕΒΓΑΛ, είχε ερωτηθεί πώς θα έβλεπε το ενδεχόμενο να εξαγοράσει ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος τη ΔΕΛΤΑ, η οποία ήταν μέτοχος στη ΜΕΒΓΑΛ. «Μακάρι να αγοράσει ο Σπύρος τη ΔΕΛΤΑ», είχε απαντήσει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας αφενός ότι γνωρίζει πολύ καλά τον γνωστό επιχειρηματία και αφετέρου διότι ο ίδιος διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της Vivartia, όπου ανήκει και η ΔΕΛΤΑ, για περίπου τέσσερα χρόνια, από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως τον Απρίλιο του 2010. Τα πράγματα εξελίχθηκαν τελικά αρκετά διαφορετικά για τις δύο εταιρείες, οι πρωταγωνιστές, όμως, παρέμειναν οι ίδιοι.

Τελικά, η ΔΕΛΤΑ που επανειλημμένως επιχείρησε να αποκτήσει τον έλεγχο της ΜΕΒΓΑΛ αποχώρησε πλήρως από αυτή, πουλώντας, ωστόσο, το ποσοστό της, 43,2%, στην οικογένεια Χατζάκου, η οποία πλέον γίνεται ξανά κυρίαρχη στην εταιρεία που ίδρυσε το 1950 ο Κωνσταντίνος Χατζάκος, πατέρας της Μαίρης Χατζάκου. Ο δε κ. Θεοδωρόπουλος, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι στη συμφωνία πώλησης της Chipita στη Mondelez, αποκτά το 21,6% της βορειοελλαδίτικης γαλακτοβιομηχανίας (το ήμισυ δηλαδή του ποσοστού που πούλησε η ΔΕΛΤΑ) και εισέρχεται στο διοικητικό συμβούλιο της ΜΕΒΓΑΛ ως μη εκτελεστικός αντιπρόεδρος, επιβεβαιώνοντας νωρίτερα ίσως από όσο θα ανέμεναν ακόμη και αυτοί που τον γνωρίζουν καλά ότι δεν έχει καμία πρόθεση να… συνταξιοδοτηθεί. 

Στη Χατζάκου το 65%

Το γεγονός ότι πλέον η κυρία Μαίρη Χατζάκου θα έχει περίπου το 65% της εταιρείας και μαζί έναν ισχυρό «συμπαίκτη», τον κ. Θεοδωρόπουλο, δημιουργεί αρκετά καλές προοπτικές για την εταιρεία, η οποία επί σειρά ετών ταλαιπωρούνταν από τις διαμάχες μεταξύ των μετόχων, τους άστοχους χειρισμούς κάποιων εξ αυτών, τον υψηλό δανεισμό, ενώ είχε σημαδευτεί και από την εμπλοκή της στο καρτέλ του γάλακτος και το σκάνδαλο με την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ο δανεισμός έχει αναδιαρθρωθεί ύστερα από συμφωνία που υπεγράφη με τις πιστώτριες τράπεζες, οι δύο μεγαλύτεροι μέτοχοι διαθέτουν πλέον καλύτερη ρευστότητα έχοντας πουλήσει πριν από λίγο καιρό στη Mondelez τα μερίδια που είχαν στην Chipita, ενώ η ΜΕΒΓΑΛ έχει σε εξέλιξη πενταετές επιχειρηματικό πλάνο για την περίοδο 2020-2025 που περιλαμβάνει επενδύσεις ύψους 20 εκατ. ευρώ, με στόχο, σύμφωνα με όσα ανέφερε η κυρία Χατζάκου στην «Κ», την επίτευξη ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της τάξης του 7%-8%. Το 2019 η ΜΕΒΓΑΛ είχε κύκλο εργασιών 113,66 εκατ. ευρώ και το 2020 έκλεισε, σύμφωνα με πληροφορίες, με ανάπτυξη 3%.

Ιστορία αγάπης και μίσους

Επί σειρά δεκαετιών οι δύο εταιρείες προσπαθούσαν να έρθουν κοντά και να δημιουργήσουν έναν μεγάλο «παίκτη» στην ελληνική γαλακτοβιομηχανία, με τη ΔΕΛΤΑ να έχει ως πλεονέκτημα τον έλεγχο της Αττικής και της Νότιας Ελλάδας και τη ΜΕΒΓΑΛ τον έλεγχο της μεγαλύτερης ζώνης γάλακτος από πλευράς παραγωγής, η οποία βρίσκεται στη Βόρεια Ελλάδα. Η συνεργασία αυτή όσες φορές έγινε μερικώς κάθε άλλο παρά «αναίμακτη» ήταν, στοιχίζοντας τελικά και στις δύο εταιρείες.

Το 2000 ο Αριστείδης Δασκαλόπουλος, ιδρυτής της ΔΕΛΤΑ, πήγε στη Θεσσαλονίκη για να γιορτάσει τα 50 χρόνια από την ίδρυση της ΜΕΒΓΑΛ, συναντώντας τον ιδρυτή της δεύτερης Κωνσταντίνο Χατζάκο. Τότε φημολογείται ότι ξεκίνησαν οι συζητήσεις ανάμεσα στις δύο εταιρείες για την πώληση ποσοστού της ΜΕΒΓΑΛ και μάλιστα το 2006 υπεγράφη και σχετικό προσύμφωνο. Λόγω διαφωνίας μεταξύ των μετόχων και των διοικούντων (σ.σ. οικογένειες Χατζηθεοδώρου, Συμεωνίδη και ο Πέτρος Παπαδάκης) η συμφωνία «πάγωσε», ενώ η διαφωνία μεταξύ των μετόχων της βορειοελλαδίτικης εταιρείας μεταφέρθηκε και στα δικαστήρια. Το 2010 ανακοινώθηκε ότι η ΔΕΛΤΑ θα εξαγοράσει το 57,8% της ΜΕΒΓΑΛ έναντι 77,8 εκατ. ευρώ, εξαγορά που θα γινόταν σε δύο φάσεις: αρχικά θα εξαγόραζε το 14,8% από τη Μ. Χατζάκου έναντι 19,6 εκατ. ευρώ και το υπόλοιπο από την οικογένεια Παπαδάκη – Χατζηθεοδώρου έναντι 57 εκατ. ευρώ και αφού θα είχε προηγηθεί η έγκριση από την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Δύο χρόνια μετά ανακοινώθηκε ότι δεν θα προχωρήσει η συμφωνία και ότι η ΔΕΛΤΑ θα κρατούσε μόνο ένα 6,5% από το 14,8% που είχε αγοράσει. Το 2014 υπεγράφη προσύμφωνο εξαγοράς για να αγοράσει το 43% η ΔΕΛΤΑ, αλλά ούτε αυτή τη φορά προχώρησε και οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν στα δικαστήρια. Ενώ τα χρέη συσσωρεύονταν επικίνδυνα και η διοίκηση της ΜΕΒΓΑΛ υπό τον Π. Παπαδάκη είχε εκχωρήσει τα εμπορικά σήματα της εταιρείας στο fund Bartons ως εγγύηση για να λάβει χρήματα για τη μισθοδοσία του προσωπικού, οι διαφωνίες μεταξύ των μετόχων συνεχίζονταν.

Το 2016 τελικά η ΔΕΛΤΑ έφτασε να κατέχει το 43,2% της ΜΕΒΓΑΛ (ίδιο ποσοστό είχε και η κυρία Μαίρη Χατζάκου) συμμετέχοντας σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης, ενώ το 2017 υπεγράφη με τις τράπεζες συμφωνία αναδιάρθρωσης του δανεισμού της ΜΕΒΓΑΛ με βασικό στοιχείο την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου 54,3 εκατ. ευρώ. 

Σε θέση μάχης

Εάν οι τελευταίες εξελίξεις επαρκούν για να ξεπεράσει τα προβλήματα η ΜΕΒΓΑΛ και να ανέβει πάνω από την 5η θέση όπου βρίσκεται σήμερα (με βάση τα στοιχεία του τζίρου του 2019) μεταξύ των γαλακτοβιομηχανιών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, μένει να αποδειχθεί.

Δεν εξαρτάται, άλλωστε, μόνο από το τι θα πράξουν οι μέτοχοι της ΜΕΒΓΑΛ, αλλά και από τις κινήσεις των υπόλοιπων παικτών, οι οποίοι επίσης ανασυγκροτούνται και ανασυντάσσονται μετά τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί με το κύμα εξαγορών στον κλάδο των γαλακτοκομικών.

Σε θέση μάχης οι μεγάλοι παίκτες του κλάδου

Βρισκόταν ανέκαθεν στο επίκεντρο των εξαγορών και συγχωνεύσεων. Χαρακτηριζόταν από έντονες διαμάχες σχετικά με τα σήματα, τις τιμές, την προέλευση της πρώτης ύλης, ενώ αποτέλεσε πεδίο έντονης πολιτικής –και υπογείως και επιχειρηματικής– αντιπαράθεσης σε ό,τι αφορά την πολυσυζητημένη ιστορία της αύξησης των ημερών διάρκειας ζωής του. Είναι ο κλάδος του γάλακτος, των γαλακτοκομικών προϊόντων ευρύτερα και βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο, όχι μόνο διότι αποτελεί μια μεγάλη αγορά της τάξης του 1,3 δισ. (τιμές χονδρικής το 2020, σύμφωνα με μελέτη της εταιρείας Στόχασις), χωρίς στο παραπάνω ποσό να συμπεριλαμβάνονται τα τυροκομικά προϊόντα, τα οποία χαρακτηρίζονται από μεγάλη εξωστρέφεια και υψηλότερο περιθώριο κέρδους. Οι λόγοι που βρίσκεται στο επίκεντρο είναι διότι πρόκειται για μια κατηγορία από τις πλέον σημαντικές στον κλάδο των τροφίμων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της κλαδικής μελέτης της Στόχασις, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μείωσης του συνόλου της εγχώριας αγοράς παστεριωμένου και υψηλής παστερίωσης γάλακτος την περίοδο 2011-2020 είναι 2,5%, με τις «Ελληνικά Γαλακτοκομεία» (γνωστή ως Ολυμπος), ΔΕΛΤΑ και Friesland να υπολογίζεται ότι κατέχουν μερίδιο πάνω από το 60%.

Η εγχώρια αγορά γιαουρτιού, έπειτα από μια έντονα πτωτική πορεία τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, πέρασε σε θετικό πρόσημο, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης την περίοδο 2011-2019 να διαμορφώνεται στο 3,1%, ενώ το 2020 εκτιμάται πως η αγορά ακολούθησε πτωτική πορεία, με τη μείωση να προέρχεται αποκλειστικά από το κανάλι του Horeca. Το ενδιαφέρον ωστόσο στοιχείο της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι βεβαίως η εγχώρια αγορά, αλλά κυρίως η δυναμική των εξαγωγών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, ενώ το 2010 εξαγόταν το 22,4% της εγχώριας παραγωγής γιαουρτιού, το 2019 έφθασε να εξάγεται το 41%. Και μπορεί να άνοιξε τον δρόμο η ΦΑΓΕ, αλλά ακολούθησαν στη συνέχεια η ΔΕΛΤΑ, η Κρι Κρι, η Ολυμπος, η ΜΕΒΓΑΛ, ενώ τη δική της πορεία στην κατηγορία έχει ξεκινήσει και η «Δωδώνη».

Από την άλλη, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), οι εξαγωγές φέτας το 2020 ανήλθαν σε 80.843 τόνους, καταγράφοντας αύξηση 10% σε σύγκριση με το 2019, με την αξία των εξαγωγών να ανέρχεται σε 432 εκατ. ευρώ, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο. Αυτός, εξάλλου, ήταν και ο βασικός λόγος που η Friesland επιθυμούσε διακαώς να αποκτήσει τη «Δωδώνη».

Η τελευταία, εδώ και λίγο καιρό ελέγχεται από το fund CVC, στο οποίο έχει περάσει και ο έλεγχος της Vivartia, κάτι που αναμένεται να ενισχύσει τις δύο εταιρείες από πλευράς δικτύων και χαρτοφυλακίου. Τα ισχυρά χαρτιά της «Δωδώνη» είναι η φέτα –εκεί όπου η ΔΕΛΤΑ υστερεί σημαντικά– και το δίκτυο στη βόρεια Ελλάδα. Από την άλλη, η ΔΕΛΤΑ μέσω του ευρύτατου δικτύου διανομής γάλακτος μπορεί να ενισχύσει την παρουσία των άλλων προϊόντων της «Δωδώνη», όπως το γιαούρτι, σε όλη τη χώρα. Βαρύτητα στη φέτα δίνει και η ΜΕΒΓΑΛ, καθώς το επενδυτικό της πρόγραμμα προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία νέας γραμμής παραγωγής στον κλάδο της τυροκόμησης (φέτα) η υλοποίηση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει και αναμένεται να ολοκληρωθεί μες στην επόμενη διετία.

Οι εξελίξεις, ειδικά σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της «Δωδώνη» και δευτερευόντως της ΔΕΛΤΑ, αφήνουν ελαφρώς πίσω τη Friesland Campina (Νουνού), η οποία τα προηγούμενα χρόνια είχε φτάσει κοντά στη εξαγορά της «Δωδώνη», ενώ είχε δείξει ενδιαφέρον και για την απόκτηση της ΔΕΛΤΑ.

Ο ηγέτης στην αγορά γάλακτος, η «Ελληνικά Γαλακτοκομεία» των αδερφών Σαράντη, η οποία επίσης είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον τόσο για τη «Δωδώνη» όσο και για τη ΔΕΛΤΑ, τηρεί για την ώρα στάση αναμονής και φαίνεται να δίνει έμφαση στις δραστηριότητές της στο εξωτερικό. Τόσο στις εξαγωγές όσο και στην παραγωγή που έχει σε Ρουμανία, Βουλγαρία –και σε ορίζοντα διετίας και στην Κύπρο (με εργοστάσιο παραγωγής χαλουμιού)–, καθώς και στη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου της με νέα προϊόντα. Υπενθυμίζεται ότι η εταιρεία έχει αποκτήσει το νερό «Δουμπιά» και την εταιρεία αναψυκτικών «Κλιάφα».

Οι άλλοι δύο μεγάλοι παίκτες του κλάδου, η ΦΑΓΕ και η Κρι Κρι έχουν επικεντρωθεί στο γιαούρτι, ανταγωνιζόμενες στην εγχώρια αγορά και σιγά σιγά και στις ξένες αγορές.

Η «Ελληνικά Γαλακτοκομεία» είχε τζίρο το 2020 404 εκατ. ευρώ, έναντι 373 εκατ. το 2019. Το 2019 η ΔΕΛΤΑ, στην οποία υπάγεται ο κλάδος των γαλακτοκομικών, των τυροκομικών, αλλά και των χυμών της Vivartia (σ.σ. στους χυμούς και το τσάι δραστηριοποιείται και η «Ελληνικά Γαλακτοκομεία») έκανε τζίρο 236,6 εκατ., η ΦΑΓΕ (στην Ελλάδα) 129,41 εκατ., η ΜΕΒΓΑΛ 113,66 εκατ., η Κρι Κρι 112,9 εκατ. και η «Δωδώνη» 107,59 εκατ. Ο κύκλος εργασιών της Friesland Campina Hellas ήταν το 2019 274,99 εκατ., όμως ο τζίρος από παραγόμενα στην Ελλάδα προϊόντα ήταν περίπου 70 εκατ.