ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το παράδοξο της (μη) φορολογίας του πλούτου: δύο αλήθειες που ζητούν διευθέτηση

to-paradoxo-tis-mi-forologias-toy-ploytoy-dyo-alitheies-poy-zitoyn-dieythetisi-561472258

Το Ερευνητικό Ινστιτούτο της Credit Suisse, στην ετήσια έρευνα «Global Wealth Report 2021», που πρόσφατα δόθηκε στη δημοσιότητα, επιβεβαιώνει μια πραγματικότητα που διάφορες προβλέψεις και μελέτες προεξοφλούσαν τους τελευταίους 18 μήνες λόγω της πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Σε πολύ γενικές γραμμές, τόσο οι δισεκατομμυριούχοι όσο και οι πολυεκατομμυριούχοι αύξησαν το 2020 την περιουσία τους κατά 9,6% και 9,1% αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Credit Suisse, το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 45,8% του πλούτου. Στον αντίποδα, υπολογίζεται πως 2,9 δισ. άνθρωποι παγκοσμίως, ήτοι το 55% του ενήλικου πληθυσμού, διαθέτει περιουσιακά στοιχεία κάτω των 10.000 δολαρίων. Μία ακόμη πιο εκκωφαντική στατιστική: σύμφωνα με τον δείκτη δισεκατομμυριούχων του Bloomberg, οι 500 πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου έγιναν πλουσιότεροι κατά 1,8 τρισ. δολάρια το προηγούμενο έτος.

Η τάση αυτή, βέβαια, είχε διαμορφωθεί αρκετά χρονιά πριν από την πανδημία και επιδεινώθηκε με την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία και την άρση σημαντικών ελεγκτικών και ρυθμιστικών κανόνων. Ως συνεπακόλουθο, η άνοδος των χρηματιστηριακών αγορών παγκοσμίως και ιδιαίτερα στην Αμερική αύξησε την αξία των χαρτοφυλακίων μετοχών γενικά, αποφέροντας υπέρογκα κέρδη σε μετοχικές αξίες, και ιδιαίτερα στους μεγαλομετόχους. Οι μη συμμετέχοντες στο «παιχνίδι» αυτό δεν έχουν κέρδη να καταγράψουν. Το συμπέρασμα προφανές: τα τελευταία χρόνια, έχουμε μια σταθερή αύξηση της συγκέντρωσης και ανισοκατανομής πλούτου, με δυσοίωνες επιπτώσεις και προοπτικές για το μέλλον.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε μία κατηγορία οικονομιών (π.χ. στις ανεπτυγμένες, στις αναπτυσσόμενες ή στις υπανάπτυκτες). Η έκθεση της Credit Suisse καταλήγει ότι η διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων διαπερνά την πλειονότητα των χωρών, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών.

Πώς όμως φορολογείται αυτός ο πλούτος; Ο Morris Pearl, πρώην στέλεχος της BlackRock και πρόεδρος των Αμερικανών Πατριωτών Εκατομμυριούχων, σε πρόσφατο άρθρο του στους Financial Times (14 Ιουνίου 2021), σημειώνει ότι οι πλουσιότεροι Αμερικανοί «ξεφεύγουν» χωρίς να πληρώνουν καθόλου φόρους. Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν αυξήσει τον πλούτο τους κατά εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Ενδεικτικά αναφέρει ότι οι πλουσιότεροι Αμερικανοί από το 2014 έως το 2018 συγκέντρωσαν επιπλέον 401 δισ. δολάρια, αλλά πλήρωσαν μόνο το 3,4% αυτού του ποσού σε φόρους. Από την άλλη πλευρά, η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών πληρώνει φόρους που κυμαίνονται από 10% έως 40% με βάση το εισόδημά τους. Αυτή η κατάσταση δεν διαφέρει σε άλλες προηγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, ιδίως στις χώρες της Ε.Ε. και προφανώς στην Ελλάδα.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχουν διάφοροι λόγοι. Είναι γνωστό ότι οι πλούσιοι μπορούν να οργανώνουν τα οικονομικά τους με τρόπο ώστε να αποφεύγουν εύκολα την πληρωμή φόρων. Τα φορολογικά συστήματα παρέχουν τα απαραίτητα εργαλεία για να το πετύχουν αυτό. Δεν είναι ασύνηθες γι’ αυτούς να μη λαμβάνουν εισόδημα από την εργασία τους, αλλά να ζουν με «δάνεια» και άλλα έσοδα που δεν θεωρούνται φορολογητέα. Το σύστημα επιτρέπει επίσης την αφαίρεση των ζημιών από τα κέρδη, η οποία με τη βοήθεια κάποιων δημιουργικών λογιστικών τεχνασμάτων διατηρεί το φορολογητέο εισόδημα σε διαχρονικά πολύ χαμηλά επίπεδα. Τέλος, υπάρχουν και οι φορολογικοί παράδεισοι. Ακόμη και στην ίδια την Αμερική η πολιτεία Ντελαγουέρ έχει προσελκύσει πληθώρα μεγάλων εταιρειών λόγω των άκρως ευεργετικών φορολογικών προνομίων που παρέχει.

Γιατί όμως το σύστημα επιτρέπει αυτό το παράδοξο; Ο κύριος λόγος είναι η διαφοροποίηση μεταξύ των φόρων που επιβάλλονται στον πλούτο και των φόρων που επιβάλλονται στα εισοδήματα. Η δεύτερη κατηγορία φορολογείται στην πηγή. Η πρώτη κατηγορία συνήθως φορολογείται όταν έχουν πραγματοποιηθεί υπεραξίες, πράγμα που σημαίνει ότι οι φόροι καταβάλλονται μόνον όταν πωλείται ένα περιουσιακό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων των μετοχών. Η αρχική τιμή αγοράς και η τελική τιμή πώλησης (μετά από ορισμένες προσαρμογές κόστους) καθορίζουν το ποσό της φορολογητέας υπεραξίας. Αυτή η πρακτική επιτρέπει και ενθαρρύνει τη συνεχή μετάθεση της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την αναβολή της πληρωμής φόρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διατήρηση του περιουσιακού στοιχείου στην οικογένεια μέσω της κληρονομικής διαδοχής μπορεί δυνητικά να κάνει την αναβολή καταβολής φόρων διαρκή, καθώς δεν επιβάλλεται φόρος κληρονομίας σε υπεραξίες που δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Στην ίδια λογική υπάγεται και η φοροαπαλλαγή των δωρεών, που και αυτές υπάγονται σε μιαν εξίσου ενδιαφέρουσα δημιουργική λογιστική.

Για τις πρακτικές αυτές που έχουν ενσωματωθεί στο φορολογικό σύστημα υπάρχουν ενδιαφέρουσες και, σε κάποιο βαθμό, πειστικές δικαιολογίες. Δυνητικά, τα σημερινά κέρδη μπορεί να είναι αυριανές ζημίες. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων (κυρίως ακινήτων και μετοχών) θα ανεβαίνουν επ’ αόριστον. Το ενδεχόμενο σοβαρής διόρθωσης των τιμών δικαιολογεί την πρακτική μη καταβολής φόρων επί των κερδών που δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρξαν ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την εισαγωγή καθεστώτος πληρωμής φόρων βάσει ετήσιας εκτίμησης των περιουσιακών στοιχείων. Αυτή είναι μια λύση που μπορεί να αμφισβητηθεί νομικά, αλλά και από την οικονομική πρακτική της αγοράς. Για παράδειγμα, ποιες θα είναι οι φορολογικές συνέπειες όταν τα περιουσιακά στοιχεία υποστούν απομείωση αξίας και συσσωρευτούν ζημίες; Είναι άλλο να συμψηφίζεις κέρδη με ζημίες και άλλο να καταβάλλεις φόρο σε μη εισπραχθέντα κέρδη.

Σε αυτή την ανάλυση μπορούμε να προσθέσουμε μια άλλη πτυχή, χωρίς καμία διάθεση να δικαιολογήσουμε την πρακτική των πλουσίων να μην πληρώνουν τον φόρο που τους αναλογεί. Αξίζει ωστόσο να αναδείξουμε μια άλλη διάσταση, που εύκολα παραβλέπεται. Η νέα γενιά επιχειρηματιών (οι μέτοχοι της Amazon, της Tesla, της Microsoft, της Apple, του Facebook κ.ά.) ανήκει στην κατηγορία των πολύ πλουσίων, που δεν πληρώνουν τον φόρο που τους αναλογεί. Οι εταιρείες, όμως, που ίδρυσαν ή βοήθησαν να δημιουργηθούν έχουν εκατομμύρια υπαλλήλους, επιστήμονες με υψηλή εξειδίκευση, τεχνικούς και προσωπικό γραφείου που αμείβονται καλά, σε ορισμένες περιπτώσεις πάρα πολύ καλά. Το εισόδημα όλων αυτών φορολογείται στην πηγή. Το επιχείρημα εδώ είναι ότι όλοι αυτοί οι χρόνιοι φοροφυγάδες έχουν συμβάλει τουλάχιστον στη δημιουργία πλούτου και εισοδήματος από την απασχόληση των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι καταβάλλουν τον φόρο τους κάθε χρόνο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι εργαζόμενοι της Amazon πλησιάζουν τις 900.000, της ​​Apple τις 370.000 και της Microsoft τις 170.000. Ποια χώρα δεν θα ήθελε να έχει τέτοιες εταιρείες;

Συμπερασματικά, το πλαίσιο της φορολογίας του πλούτου απαιτεί διευθέτηση. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για νέα κανονιστική δράση. Ο στόχος πρέπει να είναι διττός: να διασφαλιστεί η δημιουργία πλούτου μέσω της γνώσης, της καινοτομίας, της παραγωγής και της ανάπτυξης υπό όρους αγοράς, αλλά, ταυτόχρονα, να διασφαλιστούν δίκαιοι κανόνες για μια πιο αναλογική κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος. Η πρόσφατη συμφωνία του G7 για επιβολή ελάχιστου παγκόσμιου φόρου 15% στα εισοδήματα νομικών προσώπων είναι μια αρχή. Απαιτείται κάτι ανάλογο και για τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, που προφανώς δεν μπορεί να έχει παγκόσμια εφαρμογή. Οι πλέον ανεπτυγμένες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, πρέπει να είναι οι πρώτες υποψήφιες. Οπως η άρση ρυθμιστικών κανόνων είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, η συνετή επαναφορά τους θα σηματοδοτήσει την αποκατάσταση μιας πιο δίκαιης και αναλογικής καταβολής φόρων – πάντα με όρους αγοράς. Κρίσιμης σημασίας στο πλαίσιο αυτό, ο αποτελεσματικός περιορισμός του φορολογικού αρμπιτράζ.

Ο Τσέχοφ έλεγε: «Οταν φωνάζεις προς τα εμπρός, πρέπει να είσαι απολύτως σαφής προς ποια κατεύθυνση».

* Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο York στο Τορόντο του Καναδά μέχρι το 1998. Την περίοδο 1998-2016 ήταν στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος με τον βαθμό του οικονομικού συμβούλου. Την ίδια περίοδο δίδασκε στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΝΑ Ευρώπης του ΕΚΠΑ.