ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Μεγάλα ντιλ αλλάζουν τον χάρτη στα τρόφιμα

Σε πορεία μεγέθυνσης οι ελληνικοί όμιλοι, από την αρχή του έτους έχουν πραγματοποιηθεί 13 επιχειρηματικές συμφωνίες

megala-ntil-allazoyn-ton-charti-sta-trofima-561472282

Σε τροχιά αύξησης του μεγέθους τους και διεύρυνσης του χαρτοφυλακίου προϊόντων τους προκειμένου να μετατραπούν στην ουσία σε μεγάλους ομίλους παραγωγής τροφίμων έχουν εισέλθει εταιρείες της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων. Γαλακτοβιομηχανίες προσθέτουν στο χαρτοφυλάκιό τους αναψυκτικά, άλλες συνεργάζονται στην ουσία με αλλαντοβιομηχανίες, ελαιουργίες εξαγοράζουν εταιρείες με σάλτσες. Αν και με σχετική υστέρηση σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια σε Ευρώπη και Αμερική, έτσι και στην Ελλάδα έγινε αντιληπτό ότι μέσα από τις συνεργασίες και τις συγχωνεύσεις ο κλάδος μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητά του και να ενισχύσει τις πωλήσεις του, τα κέρδη του, τη διαπραγματευτική του ισχύ έναντι του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων, που ήδη έχει επιτύχει σημαντικό βαθμό συγκέντρωσης αλλά και την εξωστρέφειά του.

Καθοριστικός είναι ο ρόλος στην εν λόγω διαδικασία των funds, ελληνικών και ξένων, τα οποία πλέον αποκτούν μερίδια και σε εταιρείες τροφίμων με υγιείς βάσεις και δεν λειτουργούν απαραιτήτως ως distress funds. Ιδιαίτερη κινητικότητα επιδεικνύουν τα funds ιδιωτικών συμμετοχών ελληνικών συμφερόντων, στα οποία συμμετέχουν γνωστοί επιχειρηματίες και πρώην τραπεζίτες, όπως είναι τα Deca Investments (Δ. Δασκαλόπουλος), EOS Capital Partners (Απ. Ταμβακάκης), Elikonos, Virtus (Λ. Παπακωνσταντίνου).

Τον χορό των επιχειρηματικών συμφωνιών στα τρόφιμα άνοιξε στις αρχές Ιανουαρίου το fund Elikonos Capital Partners, το οποίο επένδυσε 4 εκατ. ευρώ στη «Μέγας Γύρος», κατέχοντας πλέον το 20% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής και συμμετέχοντας με ένα μέλος και στο διοικητικό συμβούλιο της γνωστής βιομηχανίας επεξεργασίας κρέατος. Η δραστηριότητα του εν λόγω fund στον κλάδο των τροφίμων συνεχίστηκε μέσα στο 2021, καθώς τον Φεβρουάριο ανακοίνωσε ότι συνεπενδύει 11 εκατ. ευρώ με το fund EOS Capital Partners (εκ των οποίων τα 4 εκατ. ευρώ το Elikonos) για την εξαγορά μειοψηφικής συμμετοχής στην εταιρεία Eurocatering, γνωστή κυρίως από τις έτοιμες συσκευασμένες σαλάτες με την επωνυμία «Φρεσκούλης».

Στα τέλη Ιουλίου η «Μινέρβα Ελαιουργική», μέτοχος της οποίας είναι το εν λόγω fund, εξαγόρασε την εταιρεία «Mediterranean Foods», γνωστή κυρίως από τη μουστάρδα Brava. Μάλιστα, τα 2/3 της εταιρείας εξαγοράστηκαν από τη «Μινέρβα», ενώ το υπόλοιπο 1/3 πηγαίνει ξεχωριστά στους μετόχους της «Μινέρβα», ήτοι στα funds Deca Investments, Elikonos και EOS Capital Partners.

Τον Μάρτιο προηγήθηκε η εξαγορά από τη «Μινέρβα» των σημάτων Pummaro και Pelargos από τη Unilever, καθώς και το εργοστάσιο παραγωγής τοματικών προϊόντων στη Γαστούνη, συμφωνία η οποία ολοκληρώθηκε στις 2 Ιουλίου. Πλέον η «Μινέρβα», που μέχρι πριν από λίγα χρόνια τη γνωρίζαμε μόνο από το ελαιόλαδο και τις μαργαρίνες, διαθέτει ένα χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει ελαιόλαδο και τυροκομικά προϊόντα, προϊόντα ξιδιού, τομάτας, βιολογικά προϊόντα και λειτουργικά τρόφιμα.

Σε ό,τι αφορά το fund Virtus, την πρώτη σημαντική κίνηση στον κλάδο των τροφίμων – ποτών την είχε κάνει πέρυσι με την εξαγορά πλειοψηφικής συμμετοχής στην εταιρεία παραγωγής αναψυκτικών – μίξερ για κοκτέιλ Three Cents. Η δεύτερη, ακόμη πιο σημαντική, κίνηση ευρύτερα για τον κλάδο είναι η απόφαση της Virtus να αποκτήσει τον έλεγχο του εισηγμένου στο Χ.Α. ομίλου Ideal μέσω εισφοράς σε είδος των μετοχών που κατέχει στη Three Cents και στην εταιρεία παρασκευής πωμάτων Αστήρ Βυτόγιαννης.

Στον κλάδο των γαλακτοκομικών είχαμε μόνο έως τώρα τρεις μεγάλες εξαγορές, οι οποίες όλες συνδέονται μεταξύ τους. Ο λόγος βεβαίως για την εξαγορά της Vivartia –η οποία φυσικά δεν έχει μόνο τη ΔΕΛΤΑ, αλλά πολλές άλλες θυγατρικές τροφίμων– από το fund CVC, η απόκτηση στη συνέχεια επίσης από το fund CVC πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της «Δωδώνης» και η πώληση του 43,2% της ΜΕΒΓΑΛ από τη ΔΕΛΤΑ στη Μαίρη Χατζάκου και στον Σπύρο Θεοδωρόπουλο. Με την κίνηση αυτή ο τελευταίος εισέρχεται και στον κλάδο των γαλακτοκομικών, έχοντας ήδη δραστηριότητα στα αλλαντικά μέσω της «Νίκας» και στις υδροπονικές καλλιέργειες τομάτας μέσω της Wonderplant, έχοντας προηγουμένως χειριστεί την πλέον εμβληματική συμφωνία –τουλάχιστον έως τώρα–, δηλαδή την πώληση της Chipita στη Mondelez International έναντι 2 δισ. δολαρίων.

Δύο εξαγορές στον κλάδο της αρτοποιίας είχαμε την άνοιξη. Η βελγική Lorraine Bakery εξαγόρασε το 50% της Bake Hellas, ενώ η SwitzGroup, που ελέγχεται από την οικογένεια Χορακιγουάλα, ινδικής καταγωγής, μετά την εξαγορά της «Κρητών Αρτος» το 2019 προχώρησε φέτος στην εξαγορά του 70% της γνωστής αλυσίδας παραγωγής και εμπορίας κουλουριών «Κουλουράδες».

Επιχειρώντας να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την παρουσία της στην κατηγορία του καφέ, κατηγορία στην οποία μόλις τα δύο τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται, η Coca-Cola HBC προχώρησε τον Ιούνιο στην εξαγορά του 30% της ιταλικής εταιρείας καφέ Casa Del Caffè Vergnano, συμφωνία που περιλαμβάνει και την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της εν λόγω εταιρείας στις χώρες που δραστηριοποιείται η Coca-Cola HBC, πλην της Ιταλίας.

Στη διεύρυνση του χαρτοφυλακίου της και στα κατεψυγμένα ψάρια και θαλασσινά αποσκοπεί η απόφαση της τουρκικής Dardanel να αποκτήσει την πτωχευμένη «Καλλιμάνης».

Πολύ μικρές

Η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων και ποτών το 2018 κάλυπτε το 28,5% του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης, γεγονός που την καθιστά πρώτη ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης. Ταυτόχρονα συνιστά και τον μεγαλύτερο εργοδότη της εγχώριας μεταποίησης, αφού σε αυτόν εργάζεται το 36,8% του συνόλου των απασχολουμένων. Ωστόσο και σε αυτόν το 88% των επιχειρήσεων (13.355 επιχειρήσεις) είναι πολύ μικρές, με έως εννέα εργαζόμενους, με τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, αυτές που απασχολούν πάνω από 250 εργαζόμενους, να είναι μόλις… 61! Αυτές φυσικά συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας παραγωγής, 39%, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ για τη βιομηχανία τροφίμων, και της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και δη το 42%. Οι μεγάλες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) είναι 248. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, η προσέγγιση των επιδόσεων λοιπών ευρωπαϊκών χωρών θα μπορούσε να έχει όφελος σε όρους προστιθέμενης αξίας ύψους 13 δισ. ευρώ για τον αγροτοδιατροφικό τομέα.