ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προσωρινή ανάσα στις τράπεζες η λύση για τον αναβαλλόμενο φόρο

Τι αναφέρει η ΕΚΤ για τη ρύθμιση του υπουργείου Οικονομικών

prosorini-anasa-stis-trapezes-i-lysi-gia-ton-anavallomeno-foro-561472288

Μετάθεση της αντιμετώπισης του προβλήματος στο μέλλον αποτελεί η ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Οικονομικών στο θέμα του αναβαλλόμενου φόρου (DTC) των τραπεζών, βάσει της οποίας δίνεται η δυνατότητα οι ζημίες που μπορεί να προκύψουν από την 1η Ιανουαρίου 2021 λόγω τιτλοποιήσεων ή πωλήσεων δανείων να συμψηφιστούν σε βάθος 20ετίας από μελλοντικά κέρδη. Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται ο κίνδυνος συμμετοχής του Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο λόγω ζημιών που ενδέχεται να εγγράψουν από αυξημένες προβλέψεις.

Πρόκειται για τον νόμο 4172/2013 –γνωστό ως νόμο Χαρδούβελη– που ορίζει ότι σε περίπτωση που μια τράπεζα εμφανίσει ζημίες σε μια οικονομική χρήση εκδίδονται τίτλοι υπέρ του Δημοσίου. Η διάταξη αναμένεται να έρθει προς ψήφιση στη Βουλή την επόμενη εβδομάδα και θα επιτρέψει την εκκαθάριση των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών από τα κόκκινα δάνεια χωρίς να επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη της συμμετοχής του κράτους στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Οι ελληνικές τράπεζες –με εξαίρεση την Attica Bank– έχουν μέχρι σήμερα παρακάμψει τον κίνδυνο ενεργοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου και της εισόδου του κράτους στο μετοχικό τους κεφάλαιο μέσω του μοντέλου hive down που εφάρμοσαν τρεις (Alpha Bank, Eurobank και Πειραιώς) από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Το μοντέλο επέτρεψε την απόσχιση της τραπεζικής δραστηριότητας και τη μεταφορά της σε μια νέα εταιρεία, στην οποία έχει μεταφερθεί και η ζημία των τιτλοποιήσεων που έχουν υλοποιηθεί μέχρι σήμερα. Με τη νέα ρύθμιση είναι σε θέση να προχωρήσουν σε νέες συναλλαγές πωλήσεων και τιτλοποιήσεων με στόχο να επιτύχουν μονοψήφιο ποσοστό κόκκινων δανείων εντός του 2022, αλλά και να πάρουν πρόσθετες προβλέψεις εφόσον η πανδημία επιμείνει και επηρεάσει την πορεία εξυπηρέτησης των δανείων.

Να σημειωθεί ότι η αναβαλλόμενη φορολογία, δηλαδή ο συμψηφισμός ζημιών με φορολογικές υποχρεώσεις, εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη, αλλά στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών το ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών αντιπροσωπεύει το 10% περίπου κατά μέσον όρο. Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών ο αναβαλλόμενος φόρος αντιπροσωπεύει το 65% του βασικού κεφαλαιακού δείκτη CET1 των συστημικών τραπεζών διαβρώνοντας την ποιότητα των εποπτικών τους κεφαλαίων, που σε μεγάλο βαθμό αποτελούνται από φορολογικές απαιτήσεις που θα συμψηφιστούν σε βάθος χρόνου από μελλοντικά κέρδη.

Παρότι η ρύθμιση έλαβε την έγκριση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η εποπτική αρχή στη γνωμοδότησή της επισημαίνει εμμέσως πλην σαφώς ότι το πρόβλημα του υψηλού αναβαλλόμενου φόρου είναι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο» και καλεί το αρμόδιο υπουργείο να αναλάβει πρωτοβουλία για μια πιο ριζική λύση που δεν θα κρύβει ουσιαστικά το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Στη σχετική γνωμοδότησή της η ΕΚΤ δεν παραλείπει να υπογραμμίσει και τους κινδύνους που συνεπάγεται η διαιώνιση και η μετάθεση του προβλήματος στο μέλλον. Ο πρώτος κίνδυνος έχει να κάνει με την υψηλή εξάρτηση των τραπεζών από το Δημόσιο, ο δεύτερος αφορά στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει στη βιωσιμότητα του κρατικού χρέους και ο τρίτος στην επίπτωση που μπορεί να έχει η μετάθεση του προβλήματος στις πρωτοβουλίες των τραπεζών να αντλήσουν κεφάλαια από την αγορά.
Οπως επισημαίνει η ΕΚΤ, «το υψηλό ποσοστό οριστικών και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων στους κεφαλαιακούς δείκτες CET1 των ελληνικών συστημικών τραπεζών, το οποίο δεν προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω μεσοπρόθεσμα, παραμένει ζήτημα που εγείρει εποπτική ανησυχία». Η ίδια σημειώνει ότι η διάταξη που μεταθέτει το πρόβλημα θα καθυστερήσει περαιτέρω την αποαναγνώριση αυτών των απαιτήσεων από τους ισολογισμούς των τραπεζών, επισημαίνοντας τον κίνδυνο λόγω «του νέου μηχανισμού απόσβεσης οι εκκαθαρισμένες αυτές απαιτήσεις να μην έχουν απορροφηθεί πλήρως ή μερικώς εντός της προβλεπόμενης εικοσαετίας».

Στη λογική αυτή η ΕΚΤ καλεί το αρμόδιο υπουργείο «να αναθεωρήσει βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα το ελληνικό πλαίσιο των απαιτήσεων αυτών, προκειμένου να παρασχεθεί μια πιο ολοκληρωμένη και διαρθρωτική λύση». Παράλληλα προτρέπει το αρμόδιο υπουργείο να εξετάσει το αποτέλεσμα κατακρήμνισης (cliff off effect) που θα μπορούσε να έχει στις κεφαλαιακές θέσεις των τραπεζών η άπαξ διαγραφή υπολειπόμενων οριστικών και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων που δεν έχουν απορροφηθεί και συνιστά να εξεταστούν οι συνέπειες της τροποποίησης σε ό,τι αφορά τους κινδύνους που απορρέουν από τη συνάφεια μεταξύ του ελληνικού τραπεζικού τομέα και του κράτους, αλλά και τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Υψηλή η εξάρτηση από την κυβέρνηση

Τον κίνδυνο της υψηλής εξάρτησης του τραπεζικού συστήματος από την κεντρική κυβέρνηση, μέσω και της αναβαλλόμενης φορολογίας, επισημαίνει και η ΤτΕ στην τελευταία έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, κρούοντας τον κώδωνα από μια απότομη προσαρμογή στις τιμές.
Με βάση τα στοιχεία του 2020, η εξάρτηση έχει αυξηθεί σε 21,4% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 36,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ έναντι 13,8% και 18,4%, αντίστοιχα, τον Ιούνιο του 2018 και σύμφωνα με την ΤτΕ είναι αποτέλεσμα: 

• Των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου.

• Των εγγυήσεων που έχουν δοθεί στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος εξυγίανσης των τραπεζών από τη μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

• Της αναβαλλόμενης φορολογίας.

Με δεδομένα τα ποσοστά διακράτησης τίτλων του ελληνικού Δημοσίου από τις τράπεζες και τις αποτιμήσεις των ομολόγων που παραμένουν υψηλές, «μια απότομη προσαρμογή στις τιμές τους λόγω μιας μη αναμενόμενης επιδείνωσης των μακροοικονομικών δεδομένων και σύσφιγξης στις συνθήκες χρηματοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της μεταβλητότητας και μείωση της ρευστότητας της αγοράς», επισημαίνει η ΤτΕ.

Επιπλέον, η διασύνδεση των τραπεζών με την κεντρική κυβέρνηση μέσω της ύπαρξης της οριστικής και εκκαθαρισμένης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) αναμένεται επίσης να αυξηθεί εάν δεν ληφθούν μέτρα. Ο λόγος είναι ότι κατά την υλοποίηση των τιτλοποιήσεων με σκοπό την ελάφρυνση των ισολογισμών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια χρησιμοποιούνται κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται συνολικά το ποσοστό της φορολογικής απαίτησης ως ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

Η ΤτΕ επισημαίνει «τη χαμηλή ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών, καθώς τον Δεκέμβριο του 2020 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) ανέρχονταν σε 15,1 δισ. ευρώ.