ΝΑΥΤΙΛΙΑ

Κρίσιμες για την ελληνική ναυτιλία οι περιβαλλοντικές προκλήσεις

Επενδύσεις στην έρευνα για καθαρά καύσιμα ζητάει η Ενωση Εφοπλιστών

krisimes-gia-tin-elliniki-naytilia-oi-perivallontikes-prokliseis-561483421

Κρίσιμη για την ελληνική ναυτιλία χαρακτηρίζει τη δεκαετία που διανύουμε η Ενωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ), σημειώνοντας πως θα τεθούν «νέες παράμετροι για τη λειτουργία της διεθνούς ναυτιλίας, τόσο ως προς το περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτής, όσο και ως προς την ανταγωνιστικότητά της, δύο στόχοι πλήρως αλληλένδετοι και αλληλοεξαρτώμενοι». Μάλιστα, στο πλαίσιο της δημοσίευσης της ετήσιας έκθεσης της ΕΕΕ, ο πρόεδρός της Θ. Βενιάμης προειδοποιεί ότι «οι επόμενοι μήνες διαφαίνονται άκρως απαιτητικοί, λόγω κυρίως των περιβαλλοντικών νομοθετικών προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η ναυτιλία, τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Ξεκαθαρίζει, ότι ναι μεν «επικροτούμε και υποστηρίζουμε τις συνεχιζόμενες προσπάθειες στον ΙΜΟ, τον αρμόδιο ρυθμιστή του κανονιστικού πλαισίου των θαλάσσιων μεταφορών παγκοσμίως» επισημαίνει όμως παράλληλα πως αυτές οι προσπάθειες «δεν θα πρέπει να υποσκάπτονται από περιφερειακές ή και μονομερείς νομοθετικές πρωτοβουλίες και ειδικότερα της Ε.Ε.».

Σύμφωνα με την έκθεση της ΕΕΕ, η Ελλάδα παραμένει η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη παγκοσμίως με στόλο 4.901 πλοίων και με τους Ελληνες πλοιοκτήτες να ελέγχουν το 19,42% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε τόνους deadweight (dwt). To 2020 ο ελληνόκτητος στόλος αυξήθηκε περισσότερο από 4%, φτάνοντας περίπου τα 364 εκατομμύρια τόνους dwt, ενώ η  Ελλάδα συνεχίζει να αυξάνει το μερίδιό της στον στόλο που ελέγχεται από την Ευρωπαϊκή Ενωση: οι Ελληνες πλοιοκτήτες κατέχουν το 58% της χωρητικότητας πλοίων της Ε.Ε.. Μάλιστα περισσότερο από το ένα τρίτο του ελληνόκτητου στόλου ή 1.706 πλοία, φέρουν σημαία κράτους – μέλους της Ε.Ε., επισημαίνει η έκθεση. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι Ελληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το 30,25% του στόλου δεξαμενόπλοιων, το 14,64% του στόλου μεταφοράς χημικών και παραγώγων πετρελαίου, το 15,58% του στόλου υγραεριοφόρων (LNG / LPG), το 20,04% του στόλου μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου και το 9,53% του παγκόσμιου στόλου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Η ΕΕΕ δηλώνει «σταθερά προσηλωμένη στην προστασία του περιβάλλοντος και την απεξάρτηση της ναυτιλίας από τον άνθρακα. Ομως, επισημαίνει ότι «σε κάθε περίπτωση, σημαντικότατο μερίδιο ευθύνης για την επίτευξη των στόχων αυτών ανήκει στους κατασκευαστές μηχανών πλοίων, στα ναυπηγεία και τους παραγωγούς και προμηθευτές καυσίμων, καθοριστική παράμετρος που δεν λαμβάνεται υπόψη». Και συμπληρώνει πως «πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι χωρίς σημαντικές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη από αυτούς τους εμπλεκόμενους φορείς, η ναυτιλιακή βιομηχανία θα παραμείνει εξαρτημένη από τον άνθρακα, ενώ στον αντίποδα τα πλοία και οι πλοιοκτήτες είναι αυτοί που καλούνται ατυχώς να εφαρμόσουν άστοχες πολιτικές και παράγωγα νομοθετήματα, εισπρακτικού και μόνο χαρακτήρα». Αναφορά που συνδέεται μεταξύ άλλων και με τις πρόσφατες ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δέσμη μέτρων «Fit for 55» και το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (EU ETS). Αυτό, αναφέρει η ΕΕΕ, είναι ένα περιφερειακό αγορακεντρικό μέτρο, «ασύμβατο με τον παγκόσμιο χαρακτήρα των θαλάσσιων μεταφορών, καθώς και με τον τρόπο λειτουργίας της ναυτιλίας, ενώ υπονομεύει σοβαρά τις συνεχιζόμενες διεθνείς προσπάθειες και διαπραγματεύσεις για την απανθρακοποίηση του τομέα». Παρ’ όλα αυτά, σημειώνει πως «τουλάχιστον η αναγνώριση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της ευθύνης των ναυλωτών για την κάλυψη του κόστους συμμόρφωσης στο πλαίσιο της πρότασης ένταξης της ναυτιλίας EU ETS είναι μία θεμελιώδης αρχή βάσει του κανόνα “ο ρυπαίνων πληρώνει”, την οποία η ΕΕΕ ανέδειξε εξαρχής». 

Σε εθνικό επίπεδο η περίοδος που πέρασε χαρακτηρίζεται καθοριστική για να ολοκληρωθεί η αποκατάσταση νομοθετικών αστοχιών που είχαν πλήξει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού νηολογίου. Η ελληνική σημαία, εκτός από ποιοτική, είναι πια άκρως ανταγωνιστική, προσθέτει η ΕΕΕ, «μειονεκτώντας όμως ακόμη ως προς τη διαπιστωμένη καθυστέρηση στην επιβεβλημένη ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική διακυβέρνηση των λειτουργικών και διαδικαστικών εκφάνσεών της».