ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παζάρια καταναλωτών με παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος

Σε αναζήτηση καλύτερων τιμών μετά το σοκ των φουσκωμένων λογαριασμών

pazaria-katanaloton-me-parochoys-ilektrikoy-reymatos-561491782

Οδό διαφυγής από τα ακριβά τιμολόγια αναζητούν οι καταναλωτές, μετά το πρώτο σοκ από τους φουσκωμένους λογαριασμούς. Τα τηλεφωνήματα για παράπονα προς τους ιδιώτες παρόχους, οι οποίοι πρώτοι πέρασαν τις αυξήσεις στο σύνολό τους στην κατανάλωση, έχουν πολλαπλασιαστεί το τελευταίο δίμηνο, με επίκεντρο τις ρήτρες αναπροσαρμογής. Οι τελευταίες μπορεί να υπήρχαν στις συμβάσεις των καταναλωτών, αλλά μέχρι πρότινος δεν τους είχαν απασχολήσει, αφού για πρώτη φορά η ενεργοποίησή τους επιβαρύνει εμφανώς το κόστος ρεύματος

Οι προμηθευτές από την πλευρά τους αντιπροτείνουν σταθερά τιμολόγια, τα οποία φαίνεται να προτιμάει το ένα τρίτο των καταναλωτών, αποδεχόμενο υψηλότερη χρέωση για διάστημα ενός έτους, προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις από τα κυμαινόμενα. Η πίεση των τιμών διαμορφώνει και στην αγορά ρεύματος πρακτικές αντίστοιχες με αυτές που έχουν παγιωθεί σε άλλες αγορές, όπως για παράδειγμα στην κινητή τηλεφωνία. 

Οι καταναλωτές διερευνούν την αγορά και αφού πετύχουν από κάποιον προμηθευτή μια χαμηλότερη τιμή από αυτή που έχουν συμβολαιοποιήσει, επανέρχονται στον προμηθευτή τους, τον ενημερώνουν ότι κάποιος άλλος μπορεί να τους παρέχει ρεύμα στη «Χ» χαμηλότερη τιμή, με τον προμηθευτή αυτομάτως να αντιπροτείνει την ίδια τιμή για να κρατήσει τον πελάτη. 

Πολύ θετική εξέλιξη χαρακτηρίζουν παράγοντες της αγοράς τη νέα αυτή οπτική των καταναλωτών ρεύματος. «Μπαίνουμε βίαια σε μια πιο ώριμη αγορά. Ο καταναλωτής ωριμάζει και σε ό,τι αφορά τον ηλεκτρισμό. Μπαίνει στη διαδικασία να διερευνήσει την αγορά και να αξιολογήσει τα προϊόντα, όπως ακριβώς γίνεται με τα σταθερά και κυμαινόμενα προϊόντα των τραπεζών ή της κινητής τηλεφωνίας», τονίζουν χαρακτηριστικά.

Αυξημένη είναι τους τελευταίους μήνες και η κινητικότητα μεταξύ των παρόχων, καθώς ο ανταγωνισμός το προηγούμενο διάστημα στηρίχτηκε σε μεγάλες εκπτώσεις της τάξης του 40%-50% στο σταθερό κόστος του τιμολογίου, που λειτούργησαν και ως «κράχτης» στο κυνήγι πελατών, οι οποίες όμως εξανεμίστηκαν με τη μετακύλιση των αυξήσεων της χονδρεμπορικής αγοράς μέσω της ρήτρας αναπροσαρμογής.  

Ετσι το βάρος της εμπορικής πολιτικής των προμηθευτών αυτή την περίοδο μετατοπίζεται πρωτίστως στο να κρατήσουν τον πελάτη και να διατηρήσουν τα μερίδιά τους. Εντονη είναι επίσης η αγωνία στην πλευρά κυρίως των ιδιωτών παρόχων για το ενδεχόμενο ενός νέου κύματος ανεξόφλητων οφειλών, κάτι που αντιμετώπισε η ΔΕΗ στο πρώτο στάδιο ανοίγματος της αγοράς, όταν μεγάλη μερίδα καταναλωτών έφευγε για την ιδιωτική αγορά όπου έβρισκε πολύ χαμηλότερες τιμές, αφήνοντας πίσω «φέσια».

Το μερίδιο της ΔΕΗ

Υψηλή ζήτηση έχει και το σταθερό τιμολόγιο που διαθέτει η ΔΕΗ στην αγορά εδώ και έναν χρόνο περίπου, ενώ η εταιρεία με τη μείωση του 30% προσπαθεί να συγκρατήσει τις μεγάλες αυξήσεις στα κυμαινόμενα τιμολόγια, καθώς και η ίδια από τις 6 Αυγούστου και έπειτα από εντολή της ΡΑΕ εφαρμόζει ρήτρα αναπροσαρμογής. Τόσο η ρήτρα της ΔΕΗ όσο και των ιδιωτών παρόχων βρίσκονται στο στόχαστρο της ΡΑΕ και διερευνώνται με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας των τιμολογίων για την προστασία των καταναλωτών. 

Το μερίδιο της ΔΕΗ, αν και αυξήθηκε κατά 1,3 ποσοστιαία μονάδα τον Ιούλιο έναντι του Ιουνίου (65,2% από 63,9%) –αποτέλεσμα της αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τα νοικοκυριά λόγω καύσωνα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η χαμηλή τάση αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μερίδιο του πελατολογίου της– εξακολουθεί σε κανονικές συνθήκες να βαίνει μειούμενο. Αυτό που επιχειρεί η ΔΕΗ μέσω μιας στοχευμένης πελατοκεντρικής πολιτικής είναι η εξυγίανση του χαρτοφυλακίου της, το πώς δηλαδή θα σταματήσει τη διαρροή προς το ιδιωτικό κομμάτι της αγοράς των πελατών που είναι πιο αποδοτικοί για την ίδια.

Οι χαμηλοί λογαριασμοί ρεύματος, πάντως, θα αποτελέσουν παρελθόν και για τους Ελληνες καταναλωτές, αφού οι αυξήσεις είναι αποτέλεσμα κυρίως εξωγενών παραγόντων. Ακόμη κι αν υπάρξει άμεσα αποκλιμάκωση της τιμής του φυσικού αερίου, οι τιμές των CO2 δεν πρόκειται να επιστρέψουν στα χαμηλά των προηγούμενων ετών, καθώς αποτελούν εργαλείο στήριξης της ευρωπαϊκής πολιτικής για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική αλλαγή.