ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανεβάζει τον πήχυ της ανάπτυξης η DBRS

Ανεβάζει τον πήχυ της ανάπτυξης η DBRS

Ενα νέο κύκλο αναβαθμίσεων των προβλέψεων για την ανάπτυξη της Ελλάδας άνοιξαν οι ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ β΄ τριμήνου, που έδειξαν εκτόξευση της τάξης του 16,2% σε ετήσια βάση. Ο οίκος DBRS, ο οποίος αναμένεται στις 17 Σεπτεμβρίου να δημοσιεύσει τη δεύτερη προγραμματισμένη για το έτος αξιολόγησή του για την ελληνική οικονομία, προχώρησε σε ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεών του για τη χώρα μας ανεβάζοντας τον πήχυ της ανάπτυξης στο 5,2%, ενώ για το 2022 διατήρησε την πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ κατά 5%.

Στις προηγούμενες προβλέψεις της η DBRS είχε εκτιμήσει πως στο μέτριο σενάριο η ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος θα φτάσει στο 5%, ενώ στο δυσμενές του σενάριο ο οίκος τοποθετούσε την ανάπτυξη στο 3% φέτος και στο 1,5% το 2022. Ο οίκος αποφάσισε πλέον να αποσύρει τα δύο σενάρια, τα οποία και αφορούσαν κυρίως τον αντίκτυπο της πανδημίας στις οικονομίες, και να ακολουθήσει ένα βασικό «μέχρι να υπάρξει κάποιο άλλο ξαφνικό σοκ στην παγκόσμια οικονομία», όπως εξηγεί. Σε ό,τι αφορά την ανεργία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις της DBRS, φέτος θα κινηθεί στο 16,6% πριν υποχωρήσει στο 15,2% το επόμενο έτος. Οπως σημειώνει ο οίκος, παρότι η πανδημία της COVID-19 παραμένει πηγή αβεβαιότητας, ο αντίκτυπος στους πιο ευάλωτους στην πανδημία κλάδους, όπως τα ταξίδια και η φιλοξενία, έχει ήδη αποτυπωθεί, ενώ για άλλους κλάδους ο μακροοικονομικός αντίκτυπος δεν αναμένεται πλέον να υπερβεί τις παραμέτρους μιας κανονικής οικονομικής ύφεσης. Σε γενικές γραμμές ο οίκος εκτιμάει πως αν και η πανδημία παραμένει ένας βασικός κίνδυνος για τις προοπτικές, η αβεβαιότητα σχετικά με τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της έχει υποχωρήσει σταδιακά. 

Πάντως, η DBRS προειδοποιεί πως πρέπει να δοθεί προσοχή σε κάποιες τάσεις οι οποίες παρατηρούνται. Μέχρι τώρα τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα χρηματοδοτήθηκαν άνετα με πολύ χαμηλά επιτόκια. Ο αυξανόμενος πληθωρισμός, αν και έχει τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο της μείωσης του βάρους αποπληρωμής των τρεχόντων χρεών, θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε υψηλότερα πραγματικά επιτόκια, με τις κεντρικές τράπεζες να αναγκάζονται στη συνέχεια να αντιστρέψουν τη νομισματική χαλάρωση. Ετσι, οι χώρες που δεν κατάφεραν να αποκαταστήσουν μια πιο βιώσιμη δημοσιονομική θέση εντός μιας εύλογης περιόδου προσαρμογής μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες μεσοπρόθεσμα.