ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Δοκιμάζονται οι αντοχές των ενεργειακών παρόχων

dokimazontai-oi-antoches-ton-energeiakon-parochon-561496123

Με το μάτι στραμμένο πρωτίστως στη διεθνή σκηνή και στο πώς θα διαμορφωθούν οι τιμές φυσικού αερίου και CO2 το επόμενο διάστημα και, παράλληλα, στη στάση που θα κρατήσει η ΔΕΗ ως δεσπόζων παίκτης στην εσωτερική αγορά, καθώς είναι κοινή η ανησυχία ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «όχημα» από την κυβέρνηση για τη συγκράτηση των εισαγομένων αυξήσεων στην τιμή του ρεύματος, βρίσκονται οι ιδιωτικές εταιρείες προμήθειας, τις αντοχές των οποίων δοκιμάζουν οι πρωτοφανείς αυξήσεις στη χονδρεμπορική αγορά. 

Οι ιδιώτες προμηθευτές, καθετοποιημένοι και μη, δεν διαβλέπουν σύντομα εξομάλυνση των τιμών. Αντιθέτως, με δεδομένες τις υψηλές τιμές στα μελλοντικά συμβόλαια πώλησης φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, εκτιμούν ότι δεν πρόκειται να υπάρξει αποκλιμάκωση της τιμής του φυσικού αερίου πριν από το δεύτερο τρίμηνο του 2022, που σημαίνει ότι μέχρι τότε οι τιμές του ρεύματος θα παραμείνουν υψηλές. 

Η εξέλιξη αυτή θα συνεχίσει να πιέζει τις εταιρείες του κλάδου, οι οποίες συγκεντρώνουν το 35,63% της κατανάλωσης (Αύγουστος 2021) και οι παράγοντες που θα κρίνουν τις αντοχές τους στο νέο αυτό τοπίο που διαμορφώνεται είναι αφενός η δυνατότητα στήριξης με κεφάλαια κίνησης των μετόχων τους και αφετέρου η εμπορική πολιτική που επέλεξαν το προηγούμενο διάστημα. 

Υπό αυτήν την οπτική, εταιρείες καθετοποιημένες –Εlpedison, Protergia, Hρων, NRG– θα επιδείξουν μεγαλύτερες αντοχές σε σχέση με τις μη καθετοποιημένες, όπως Watt and Volt,  Voltera και ΚΕΝ, ενώ δύο ξεχωριστές περιπτώσεις αποτελούν η Φυσικό Αέριο Αττικής και η Zeniθ, λόγω της ισχυρής θέσης τους στη λιανική αγορά φυσικού αερίου ως πρώην μονοπώλια αλλά και της μικρής έκθεσής τους στην αγορά ηλεκτρισμού.

Ο παράγοντας «εμπορική πολιτική» έχει ήδη αρχίσει να «σκάει» και να επιβαρύνει δυσανάλογα τις εταιρείες λιανικής, με όσες κινήθηκαν στη λογική της προσφοράς χαμηλών τιμών «για να πάρουν εύκολα και γρήγορα τον πελάτη από τον ανταγωνισμό» να δέχονται τώρα τις μεγαλύτερες πιέσεις. Οι μεγαλύτερες ζημίες καταγράφονται από το χαρτοφυλάκιο των πελατών μέσης τάσης, όπου η μέση τιμή των συμβολαίων λόγω του έντονου ανταγωνισμού είχε διαμορφωθεί στα 60 με 70 ευρώ η μεγαβατώρα και ξεπέρασε τα 100, φτάνοντας ακόμη και τα 120 τον Αύγουστο. Την απόκλιση αυτή φορτώθηκαν οι προμηθευτές, αφού πουλούσαν σε σταθερά τιμολόγια, συσσωρεύοντας αντίστοιχες ζημίες, δεδομένης και της μεγάλης κατανάλωσης. Γενικότερα, ένα μεγάλο μέρος των ζημιών για τις εταιρείες προμήθειας είναι αποτέλεσμα των σταθερών τιμολογίων, αφού κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την πορεία της χονδρεμπορικής τιμής, ενώ η ελληνική αγορά εξακολουθεί να είναι ανώριμη σε εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου. Το γεγονός ότι σχεδόν το 90% των συμβολαίων στους ιδιώτες προμηθευτές είναι κυμαινόμενο, αναπροσαρμόζεται δηλαδή βάσει της χονδρεμπορικής τιμής (ρήτρα αναπροσαρμογής), έσωσε κυριολεκτικά τις εταιρείες προμήθειας από το να αρχίσουν να βαράνε «κανόνι». Μέσω των κυμαινόμενων τιμολογίων οι υψηλές τιμές μετακυλίστηκαν στην κατανάλωση, μεταφέροντας την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και εμμέσως στην κυβέρνηση, η οποία καλείται να διαχειριστεί τις επιπτώσεις στα εισοδήματα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, αλλά και το ανατιμητικό κύμα σε σειρά προϊόντων και υπηρεσιών. 

Το ενδεχόμενο ένα μέρος του προβλήματος να επιστρέψει στην αγορά, με τη μορφή ενός νέου κύματος ανεξόφλητων οφειλών, ασκώντας πιέσεις στη ρευστότητα των προμηθευτών, είναι μια από τις μεγάλες ανησυχίες τους, σύμφωνα με τα όσα μεταφέρουν εκπρόσωποί τους στην «Κ», γι’ αυτό και αξιολογούν ως πολύ θετική την πρωτοβουλία της κυβέρνησης για τη λήψη μέτρων επιδότησης του λογαριασμού ρεύματος. «Είναι μέτρα που θα προσφέρουν κάποια ανακούφιση και θα διευκολύνουν ένα κομμάτι των καταναλωτών, όμως το πρόβλημα των υψηλών τιμών ρεύματος και των επιπτώσεων σε όλη την αλυσίδα της οικονομίας δεν λύνεται. 

Χρειάζονται ποσά που μπορεί να υπερβαίνουν το 1 δισ. για να υπάρξει αντιστάθμιση», τονίζουν εκπρόσωποι των προμηθευτών, σημειώνοντας ότι μόνο με κεντρικά ευρωπαϊκά μέτρα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Κάποιοι μάλιστα εκτιμούν ότι η Ευρώπη θα υποχρεωθεί να πάρει μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση με την έλευση του χειμώνα, όταν οι καταναλωτές θα κληθούν να πληρώσουν το φυσικό αέριο για θέρμανση σε υπερδιπλάσια τιμή από πέρυσι και οι πιέσεις θα γενικευθούν.

Η ΔΕΗ και η κυβέρνηση

Τα όποια κυβερνητικά μέτρα για την επιδότηση του ρεύματος είναι «καλοδεχούμενα και αναγκαία» από την πλευρά των προμηθευτών. Κάθετα αντίθετοι, ωστόσο, είναι με την επικοινωνιακή γραμμή συγκράτησης των τιμών μέσω της ΔΕΗ. Εκφράζουν μάλιστα έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο η ΔΕΗ να υποχρεωθεί να απορροφήσει το κόστος των αυξήσεων πουλώντας κάτω του κόστους. «Μας ανησυχεί το μήνυμα που περνάει από την κυβέρνηση για χαμηλές τιμές από τη ΔΕΗ. Θα πρέπει να αναζητήσει άλλους τρόπους κοινωνικής πολιτικής και όχι να χρησιμοποιεί τη ΔΕΗ ως όχημα για τη συγκράτηση των τιμών. Η πώληση κάτω του κόστους θα οδηγήσει σε ζημιογόνες δραστηριότητες», τονίζουν.

Οι ιδιώτες πάροχοι αναμένουν την πολιτική που θα ακολουθήσει η ΔΕΗ το επόμενο διάστημα για να προσφύγουν τόσο στη ΡΑΕ όσο και στα ευρωπαϊκά όργανα για αθέμιτο ανταγωνισμό. «Το αφήγημα η καλή ΔΕΗ είναι ό,τι χειρότερο για την αξιοπιστία της αγοράς, η οποία κτίστηκε με πολύ κόπο μετά τα γνωστά φαινόμενα του 2012 (σ.σ. Εnerga, Hellas Power) και δημιούργησε ανταγωνισμό, τα αποτελέσματα του οποίου είδαν οι καταναλωτές στα πορτοφόλια τους», τονίζουν και θυμίζουν επίσης ότι η ΔΕΗ έχει μια υποχρέωση μείωσης του μεριδίου της. «Τέτοιες πολιτικές θα είναι εις βάρος του ανταγωνισμού και θα φέρουν σε αδιέξοδο εταιρείες του κλάδου, καθώς καμία δεν μπορεί να απορροφήσει το κόστος αυτών των αυξήσεων, ακόμη και εταιρείες με ισχυρούς μετόχους, αφού δεν θα μπορέσουν να το ανακτήσουν στο μέλλον», σημειώνουν. Κάποιοι επίσης υπενθυμίζουν το πλεονέκτημα των υδροηλεκτρικών που διαθέτει η ΔΕΗ και στην παρούσα φάση τής περιορίζει σημαντικά το κόστος σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Εκτίμηση της αγοράς είναι ότι η κατάσταση που διαμορφώνεται με τις υψηλές τιμές θα οδηγήσει και σε βίαιη αναδιάρθρωση, η οποία όμως δεν θα αλλάξει τον συνολικότερο χάρτη στον οποίο κυριαρχούν, εκτός από τη ΔΕΗ, τέσσερις μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι.