ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με το βλέμμα στραμμένο στο 2023 το ΥΠΟΙΚ

Προβληματισμός στο οικονομικό επιτελείο για την εποχή χωρίς νομισματική και δημοσιονομική χαλάρωση

Με το βλέμμα στραμμένο στο 2023 το ΥΠΟΙΚ

Διπλή πίεση κινδυνεύει να δεχθεί η χώρα τo 2022, καθώς οι οικονομίες της Ευρώπης θα βγαίνουν από τα ειδικά καθεστώτα της πανδημίας, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποσύρει το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (PEPP) και την Ευρωπαϊκή Ενωση να αίρει τη «ρήτρα γενικής διαφυγής» και να επιστρέφει σε κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Αν η παροχή ρευστότητας και η στήριξη των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ περιοριστεί, τα επιτόκια δανεισμού της χώρας μοιραία θα αυξηθούν. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ε.Ε. θα ζητήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, προκειμένου να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του χρέους, όταν έρθει η ώρα καθορισμού νέων δημοσιονομικών στόχων για το 2023 και μετά.

Η ανησυχία για τα νέα αυτά δεδομένα βρίσκεται πίσω από την ιδιαιτέρως προσεκτική στάση του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τις ελαφρύνσεις και τις κάθε είδους παροχές, ακόμη και προσωρινού χαρακτήρα. Οι υπεύθυνοι της άσκησης οικονομικής πολιτικής προτιμούν να δείχνουν σύνεση τώρα, για να ισχυροποιήσουν τη διαπραγματευτική τους θέση αργότερα.

«Εχουμε κερδίσει λόγω πανδημίας», υποστηρίζει υψηλόβαθμος οικονομικός παράγων, αναδεικνύοντας το παράδοξο να έχει εξασφαλίσει ισότιμη αντιμετώπιση για την Ελλάδα στην Ε.Ε. μια καταστροφή, όπως αυτή του κορωνοϊού.

Το καλό είναι ότι τα μηνύματα που ήρθαν την προηγούμενη εβδομάδα από τη Φρανκφούρτη και τη Σλοβενία, όπου συνεδρίασε το Ecofin, έδωσαν ελπίδες ότι η χώρα ίσως μπορέσει να μεταβεί στη μετα-κορωνοϊό εποχή ομαλά, χωρίς μεγάλες αναταράξεις.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, την περασμένη Πέμπτη, μετά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της τράπεζας, παρέπεμψε στον Δεκέμβριο για την απόφαση σχετικά με την τύχη της Ελλάδας στην εποχή μετά το ΡΕΡΡ, του έκτακτου προγράμματος παροχής ρευστότητας λόγω πανδημίας. Ούτως ή άλλως, τότε θα πρέπει να προσδιοριστεί και η τύχη του PEPP, δηλαδή αν θα λήξει τον Μάρτιο ή θα παραταθεί και πώς θα διαμορφωθεί το κανονικό πλέον πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το ΑPP. «Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι δεν θα μας αφήσει έξω η ΕΚΤ, όσο ακολουθούμε την ορθή οικονομική πολιτική», είπε στην «Κ» ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Αυτό φαίνεται ότι πιστεύουν προς το παρόν και οι αγορές, αν κρίνει κανείς από τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων που υποχώρησαν την Παρασκευή. Ωστόσο, η φράση «όσο ακολουθούμε την ορθή οικονομική πολιτική» δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Προϋπόθεση για να αναζητηθεί ένας τρόπος να περιληφθούν τα ελληνικά ομόλογα στο όποιο πρόγραμμα παροχής ρευστότητας από την ΕΚΤ είναι να επιδεικνύει σύνεση στην άσκηση πολιτικής η κυβέρνηση.

Η διαδικασία είναι αλυσιδωτή. Αν οι οίκοι αξιολόγησης διαπιστώσουν ότι υπάρχει δυναμική ταχείας μείωσης του χρέους, με άλλα λόγια ότι ασκείται συνετή δημοσιονομική πολιτική, αναμένεται να αναβαθμίσουν την Ελλάδα κατά ακόμη μία βαθμίδα την προσεχή άνοιξη, έτσι ώστε να τη χωρίζει ακόμη μία βαθμίδα από την επενδυτική, που –καλώς εχόντων των πραγμάτων– θα την πάρει στις αρχές του 2023. Η ΕΚΤ προφανώς θα λάβει υπόψη της αυτή την εξέλιξη και θα αναζητήσει έναν τρόπο να καλύψει τη χώρα στο μεσοδιάστημα. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται άλλωστε το ενδεχόμενο να παραταθεί έως το τέλος του 2022, τουλάχιστον, η παραμονή της χώρας στο καθεστώς της ενισχυμένης εποπτείας, καθώς αυτό παρέχει διασφαλίσεις στην ΕΚΤ ως προς την άσκηση συνετής πολιτικής.

Η εντυπωσιακή αύξηση του ΑΕΠ το β΄ τρίμηνο, με ρυθμό 16,2%, βοηθάει επίσης σε αυτή την κατεύθυνση. «Η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε ενάρετο κύκλο», αναφέρει ευρωπαϊκή πηγή, προσθέτοντας ότι αυτό θα βοηθήσει στην εξεύρεση λύσεων όταν θα έρθει η ώρα για αποφάσεις σε ό,τι αφορά την παροχή ρευστότητας αλλά και τους δημοσιονομικούς στόχους της. Στις Βρυξέλλες εκτιμούν πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας θα κινηθεί σε επίπεδα πάνω από 6% φέτος, έτσι ώστε η χώρα να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της πανδημίας το α΄ τρίμηνο του 2022.

Η συζήτηση για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες θα ξεκινήσει επί της ουσίας μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης στη Γερμανία και θα πάρει περισσότερο χρόνο, αφού άλλωστε η δημοσιονομική χαλάρωση θα συνεχιστεί και το 2022. Ηδη, όμως, από χθες στη Σλοβενία, στο άτυπο Ecofin, ξεκίνησε η εξέταση της πρότασης για εξαίρεση των πράσινων επενδύσεων από τον υπολογισμό των ελλειμμάτων, δίνοντας ένα πρώτο σήμα προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ευελιξίας. Οι πρώτες δηλώσεις αξιωματούχων επιβεβαίωσαν ότι αυτή είναι η τάση. «Θα χρειαστεί μια διαδικασία μείωσης του χρέους που θα είναι ρεαλιστική για όλα τα κράτη-μέλη. Θα πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και της αναγκαίας στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, σε μια έμμεση αναφορά στον σημερινό κανόνα που προβλέπει μείωση του ποσοστού του χρέους πάνω από το 60% του ΑΕΠ κατά 1/20 κάθε χρόνο. Ενα ποσοστό υπερβολικά υψηλό για μια χώρα με χρέος πάνω από 200% του ΑΕΠ, όπως η Ελλάδα. Ωστόσο έκαναν την εμφάνισή τους και οι σκληροί του ευρωπαϊκού Βορρά. Οκτώ από αυτούς ζήτησαν σε κοινό κείμενό τους να μην υπάρξει σπουδή για την αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων.