ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το πακέτο μέτρων της ΔΕΘ θα ενισχύσει την ανάπτυξη, λένε αναλυτές

to-paketo-metron-tis-deth-tha-enischysei-tin-anaptyxi-lene-analytes-561503575

Θετικά βλέπουν τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης αναλυτές και οικονομολόγοι, καθώς, όπως εξηγούν στην «Κ», οι μειώσεις φόρων είναι στοχευμένες για τη στήριξη της ανάπτυξης και των επενδύσεων, χωρίς να απειλούν τη δημοσιονομική σταθερότητα –ειδικά στο τρέχον περιβάλλον όπου οι κανόνες έχουν χαλαρώσει– και αυτό, σε συνδυασμό με την ισχυρή πορεία του ΑΕΠ που οδηγεί σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από ό,τι είχε προβλεφθεί αρχικά, δίνουν αυτόν τον «χώρο» στην κυβέρνηση.

Ωστόσο, αν και όπως ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν το αμέσως επόμενο διάστημα ξεκινάει η συζήτηση για την αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων –ώστε να είναι έτοιμο το πλαίσιο πολύ πριν από το 2023, όταν και θα πάψει να ισχύει η αναστολή του– το βέβαιο είναι πως η Ελλάδα θα πρέπει να τηρήσει ορισμένη δημοσιονομική αυστηρότητα και έτσι τα όποια περαιτέρω μέτρα πρέπει να «ζυγιστούν» με πολλή προσοχή.

Συνολικά, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν φτάνουν το 1,119 δισ. ευρώ φέτος και τα 2,350 δισ. ευρώ το 2022, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι προσωρινά, ενώ τα περισσότερα είχαν ήδη προβλεφθεί στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα τον περασμένο Ιούλιο (επέκταση της απαλλαγής από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης στον ιδιωτικό τομέα, 3% μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από 24% σε 22%). Το πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο που δημιούργησε η πρόβλεψη για υψηλότερη ανάπτυξη φέτος είναι 1,2 δισ. ευρώ, ενώ εάν η ανάπτυξη αποδειχθεί ακόμη υψηλότερη από το 5,9% και ξεπεράσει το 8%, όπως προβλέπουν κάποιοι οίκοι, τότε θα υπάρξει περαιτέρω περιθώριο ύψους 1,3-1,5 δισ. ευρώ.

Στη σωστή κατεύθυνση 

Οπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, η μείωση των φόρων στην Ελλάδα είναι αναγκαία για τη στήριξη της ανάπτυξης και των επενδύσεων. «Κατά τη διάρκεια της κρίσης του ελληνικού χρέους οι πιστωτές και οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν αυξήσει υπερβολικά τους φόρους. Αν και ο πόνος αυτός ήταν αναπόφευκτος, ωστόσο το παράκαναν», υπογραμμίζει στην «Κ» ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, Χόλγκερ Σμίντινγκ. «Θα έπρεπε να έχουν επικεντρωθεί περισσότερο στην προώθηση των επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, παρά σε φορολογικές αυξήσεις που περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα». Κατά τον κ. Σμίντινγκ, τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε αυτό το μέτωπο και αυτό έχει ενισχύσει τη δυναμική της προσφοράς και την ελκυστικότητά της για επενδύσεις, παρ’ όλο που αυτά «καλύφθηκαν» από την πανδημία.

«Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με τους υψηλότερους φόρους στον κόσμο και έτσι η μείωση των φορολογικών συντελεστών είναι σημαντική», επισημαίνει από την πλευρά του o Ζολτ Ντάρβας, οικονομολόγος, senior fellow στο think tank Bruegel. Ωστόσο, όπως τονίζει μιλώντας στην «Κ», η Ελλάδα έχει επίσης το υψηλότερο επίπεδο δημόσιου χρέους (ως % του ΑΕΠ) στην Ε.Ε και έχει αναλάβει δεσμεύσεις για τη μεταμνημονιακή της δημοσιονομική πολιτική. Ετσι, το βασικό ερώτημα είναι εάν οι ανακοινωθείσες μειώσεις φόρων θα διασφαλίσουν την επίτευξη αυτού του στόχου.

Σύμφωνα με τον κ. Ντάρβας, ωστόσο, με την επαναφορά των δημοσιονομικών κανόνων της Ε.Ε. από το 2023, η Ελλάδα θα πρέπει και πάλι να πετύχει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος 2%. Δεδομένης της τεράστιας αναμενόμενης αύξησης του ΑΕΠ προκύπτει επιπλέον δημοσιονομικός χώρος, όπως τονίζει. Ως εκ τούτου, οι φορολογικές περικοπές είναι ευπρόσδεκτες, αλλά πρέπει να γίνουν με τρόπο που να διασφαλίζουν ότι η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος 2% μετά το 2023. Πάντως, όπως επισημαίνει ο κ. Σμίντινγκ οι στοχευμένες περικοπές φόρων είναι ένας καλός τρόπος ενίσχυσης της βελτιωμένης εικόνας της Ελλάδας στο μέτωπο των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Εκτιμά πως, σε γενικές γραμμές, οι φορολογικές περικοπές που ανακοινώθηκαν είναι συμβατές με τη δημοσιονομική σταθερότητα, αρκεί η Ελλάδα να έχει μια «κανονική» τουριστική περίοδο ξανά το 2022 και συνεπώς σημαντική αύξηση των εσόδων από αυτόν τον τομέα.

Επιτάχυνση ανάκαμψης

Ανάλογη είναι και η άποψη της Ραφαέλα Τενκόνι, ιδρύτριας της Αda Economics και επικεφαλής οικονομολόγου της Wood & Co. Οπως σημειώνει στην «Κ», οι εξαγγελίες είναι συνεπείς με τη στρατηγική επιτάχυνσης της ανάκαμψης και αυτό θα οδηγήσει σε περισσότερα έσοδα. Επίσης είναι απόλυτα σύμφωνες με την de facto πολιτική ώθηση στην Ευρώπη να διατηρήσει τη δημοσιονομική πολιτική πολύ χαλαρή για αρκετό διάστημα, και στην περίπτωση της Ελλάδας η αλλαγή είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω της λιτότητας του παρελθόντος και φυσικά μετά την ανοδική αναθεώρηση του ΑΕΠ δημιούργησε αυτόματα δημοσιονομικό χώρο.

Η στάση της ΕΚΤ

Χάρη στα πρόσφατα θετικά στοιχεία για την ανάπτυξη της Ελλάδας, οι φορολογικές περικοπές δεν θα επηρεάσουν αρνητικά τη στάση των θεσμών και σίγουρα όχι της ΕΚΤ, όπως εκτιμούν οικονομολόγοι, ενώ η στρατηγική που ακολουθεί η κυβέρνηση βοηθάει και στην επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας. «Καθώς η ΕΚΤ είναι μέρος των θεσμών, είναι προφανές ότι συμφωνεί με τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας», όπως τονίζει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Ζούζουλας, υπεύθυνος τμήματος ανάλυσης της Axia Ventures. Οσον αφορά τη στάση που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ για το PEPP και το waiver για τα ελληνικά ομόλογα, ο κ. Ζούζουλας εκτιμάει ότι σχετίζεται με το χρονοδιάγραμμα αυτής της απόφασης. Βασική παράμετρος είναι η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και η δημοσιονομική πειθαρχία μετά το 2022. Αυτό εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους για την ΕΚΤ και ενισχύει τις προοπτικές να μπει η Ελλάδα σε επενδυτική βαθμίδα στο δ΄ τρίμηνο του 2022 με α΄ εξάμηνο του 2023. «Η άποψή μου είναι ότι η κυβερνητική στρατηγική θα λειτουργήσει ως μοχλός στην προσπάθεια επίτευξης της επενδυτικής βαθμίδας», σημειώνει ο κ. Ζούζουλας.