ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΕΤΕ: Κρίσιμη η αξιολόγηση των επενδύσεων

Οι τράπεζες θα πρέπει να δείξουν ευελιξία ως προς την αξιολόγηση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, επισήμανε ο κ. Μυλωνάς

ete-krisimi-i-axiologisi-ton-ependyseon-561509515

Ευελιξία ως προς τα κριτήρια για τον έλεγχο της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων που θα υποβάλουν αίτηση δανειοδότησης μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θα πρέπει να επιδείξουν οι τράπεζες παράλληλα με ταχύτητα στην έγκριση των επιχειρηματικών σχεδίων. Αυτό επισήμανε ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, μιλώντας στο πλαίσιο συζήτησης που διοργάνωσε η ΕΤΕ για τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει η τράπεζα ενόψει της ενεργοποίησης του Ταμείου. 

Οπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μυλωνάς, σχολιάζοντας την πιστοληπτική αξιολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων που οδηγεί μερίδα αυτών εκτός τραπεζικού δανεισμού, «θα πρέπει να είμαστε ανοιχτόμυαλοι σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και να μην κοιτάμε μόνο το παρελθόν, αλλά να κοιτάμε και μπροστά». Αν και όπως διευκρίνισε, από τις 900.000 επιχειρήσεις με βάση τα ΑΦΜ οι μισές περίπου δεν ανταποκρίνονται στο κριτήριο μιας οργανωμένης επιχείρησης, καθώς θεωρούνται κατά κύριο λόγο αυτοαπασχολούμενοι, «η τράπεζα θα πρέπει να φύγει από τη λογική τού να αξιολογεί μόνο με ιστορικά στοιχεία τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών σχεδίων και να επικεντρωθεί στις μελλοντικές ροές (cash flow), που θα της επιτρέψουν να αποπληρώσει το δάνειο».

Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης παρότρυνε τις επιχειρήσεις να βελτιώσουν το τραπεζικό τους προφίλ προκειμένου να ανακτήσουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό και αναφέρθηκε στις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η κυβέρνηση για να δώσει κίνητρα, ώστε να αποκαλύψουν τα πραγματικά τους εισοδήματα και τα κέρδη. Μεταξύ αυτών, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, του φόρου εισοδήματος και του φόρου μερισμάτων, αλλά και η διασύνδεση της επιδότησης με τις πληρωμές μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών, προϋποθέσεις που «στόχο έχουν να ανοίξουν για τις επιχειρήσεις που δεν δήλωναν έως τώρα εισοδήματα την πόρτα στον τραπεζικό δανεισμό».

Τα 32 δισ. ευρώ των κονδυλίων που θα μοχλευθούν μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να απορροφηθούν αυστηρά έως το τέλος του 2026 και όπως τόνισε ο κ. Σκυλακάκης, «θα αποτελέσει τεράστια ευκαιρία για τη χώρα μας, η οποία θα πρέπει να καλύψει το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία, προκειμένου να αποφευχθεί η απαξίωση κεφαλαίου».

Σημειώνεται ότι από τα 32 δισ. ευρώ τα 12,7 δισ. ευρώ αφορούν τον δανεισμό που θα μοχλεύσουν οι τράπεζες, ενώ στα 6,6 δισ. ευρώ υπολογίζεται η ίδια συμμετοχή των επιχειρήσεων, και όπως επισήμανε ο γενικός διευθυντής εταιρικής και επενδυτικής τραπεζικής της ΕΤΕ Βασίλης Καραμούζης, η τράπεζα έχει δημιουργήσει τις απαραίτητες υποδομές μέσα από την πλατφόρμα «Εθνική 2.0» έτσι ώστε να επιτύχει τη βέλτιστη ταχύτητα στην έγκριση των επενδυτικών σχεδίων. 

Στόχος είναι η εγκριτική διαδικασία να μην ξεπερνά τους δύο μήνες για μεγάλα επενδυτικά έργα και τον ένα μήνα για μεσαία επιχειρηματικά σχέδια, ενώ όπως υπογράμμισε η γενική διευθύντρια λιανικής τραπεζικής της ΕΤΕ, Χριστίνα Θεοφιλίδη, δανειοδοτήσεις έως 25.000 ευρώ θα εγκρίνονται εντός 48 ωρών. 

Η τράπεζα έχει δημιουργήσει ειδική ομάδα συμβούλων που θα κατευθύνει τις επιχειρήσεις, ενώ μέσω ειδικής πλατφόρμας οι μικρές επιχειρήσεις θα καθοδηγούνται για το ποιο προϊόν είναι κατάλληλο. Στόχος της Εθνικής είναι να κινητοποιήσει ένα συνολικό οικοσύστημα τραπεζικών υπηρεσιών, που όπως σημείωσε ο κ. Καραμούζης, δεν θα εξαντλείται στον δανεισμό, αλλά «θα περιλαμβάνει κεφάλαια κίνησης με τη μορφή bridge financing, αντιστάθμιση κινδύνου, έκδοση εγγυητικών επιστολών κ.ά. με στόχο ο επενδυτής να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην επένδυσή του». 

Το πρόγραμμα διασφαλίζει χώρο για όλες τις επιχειρήσεις –μικρές και μεγάλες– που θα θεωρηθούν επιλέξιμες με βάση τους στόχους του Ταμείου Ανάκαμψης (πράσινη μετάβαση, ψηφιακός μετασχηματισμός, καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη, ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας μέσω συνεργασιών, εξαγορών και συγχωνεύσεων και εξωστρέφεια) εξήγησε ο κ. Σκυλακάκης. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι το όφελος θα είναι μεγαλύτερο για τις μικρές, που σήμερα δανείζονται με υψηλότερα επιτόκια και για τις οποίες το κόστος δανεισμού θα μειωθεί στο μισό.