ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στη Βουλή η συμφωνία Cosco – Δημοσίου

Με την καταβολή εγγυητικών επιστολών η εξασφάλιση της υλοποίησης ανεκτέλεστων επενδύσεων 87 εκατ.

Στη Βουλή η συμφωνία Cosco – Δημοσίου

Τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου αναμένεται να ψηφιστεί από τη Βουλή η νέα τροποποιημένη σύμβαση παραχώρησης μεταξύ Cosco Shipping και ελληνικού Δημοσίου για το λιμάνι του Πειραιά. Η σχετική συμφωνία, καρπός επίπονων διαπραγματεύσεων που κράτησαν 10 μήνες, εγκρίθηκε τον Σεπτέμβριο από το Ελεγκτικό Συνέδριο και υπογράφτηκε την Τετάρτη από τους αρμόδιους υπουργούς Οικονομικών και Ναυτιλίας. Κατατίθεται δε την ερχόμενη εβδομάδα στη Βουλή. Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης, που αφορά την εκτέλεση των υπολοίπων επενδύσεων στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και τη μεταφορά ενός επιπλέον 16% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΛΠ στην Cosco Shipping, εξομαλύνει πλήρως τις σχέσεις των δύο πλευρών και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω συνεργασίες και πρόσθετες επενδύσεις, επισημαίνουν κυβερνητικοί κύκλοι.

«Με τη σύμβαση τροποποίησης ρυθμίζονται αποτελεσματικά από τα μέρη όσα ζητήματα προέκυψαν κατά την υλοποίηση των πρώτων υποχρεωτικών επενδύσεων στον Λιμένα Πειραιώς, αίρονται αβεβαιότητες από την υφιστάμενη συμβατική σχέση επ’ ωφελεία του ελληνικού Δημοσίου και διασφαλίζεται η ομαλή εξέλιξη της συμβατικής σχέσης των μερών, με σκοπό την περαιτέρω ανάπτυξη του Λιμένα Πειραιώς», αναφέρουν οι υπουργοί Οικονομικών και Ναυτιλίας.

Η συμφωνία προβλέπει τη μεταβίβαση του υπολοίπου 16% στην Cosco (που ελέγχει ήδη το 51% της εισηγμένης ΟΛΠ Α.Ε.) και την πενταετή παράταση για την ολοκλήρωση των υποχρεωτικών επενδύσεων με την καταβολή εγγυητικών επιστολών για το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των επενδύσεων. Υπενθυμίζεται πως ο προϋπολογισμός των υποχρεωτικών επενδύσεων ανέρχεται στα 292 εκατ. από τα οποία μετά και την πρόσφατη δανειοδότηση κάποιων έργων μένει ένα ανεκτέλεστο ύψους 87 εκατ. Για το ανεκτέλεστο αυτό θα καταβληθεί εγγυητική 30 εκατ. που θα επιστρέφεται τμηματικά στον βαθμό που θα προχωρούν τα έργα.

Η συμφωνία βάζει τέλος στην αντιδικία που προέκυψε από το γεγονός πως η Cosco αν και δεν ολοκλήρωσε, όπως υποχρεούτο μέσα στην πενταετία (συμπληρώθηκε στα μέσα Αυγούστου), τις δεσμευτικές επενδύσεις που προβλέπει η σύμβαση παραχώρησης (πλην όμως για το μεγαλύτερο τμήμα των καθυστερήσεων αυτών έγινε δεκτό πως δεν ευθύνεται η ίδια), αξίωσε την απόδοση του επιπλέον 16%.

Η κυβέρνηση επιχειρώντας να αποφύγει μια πολυετή εμπλοκή στη διαιτησία, προχώρησε στον συμβιβασμό αυτό επιδιώκοντας να εξασφαλίσει πως θα προχωρήσουν οι επενδύσεις. Πέραν των εγγυητικών επιστολών για το 33% του ύψους των ανεκτέλεστων επενδύσεων, το ελληνικό Δημόσιο αποκτά δικαίωμα βέτο σε βασικές αποφάσεις στρατηγικής, ωστόσο θα εκπροσωπείται πλέον από ένα μέλος και όχι τρία στο διοικητικό συμβούλιο του ΟΛΠ.

Το όλο ζήτημα ανέκυψε στα τέλη Νοεμβρίου του 2020, όταν η Cosco με επιστολή της προς το ΤΑΙΠΕΔ και τους υπουργούς Οικονομικών και Ναυτιλίας, απέδωσε ευθύνες στις ελληνικές αρχές για το γεγονός ότι πολλές από τις δεσμευτικές επενδύσεις που περιλαμβάνει η σύμβαση αγοραπωλησίας των μετοχών κατά την ιδιωτικοποίηση του 2016, δεν είχαν προχωρήσει. Ο διαγωνισμός αφορούσε το 67% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΛΠ με αρχική μεταβίβαση του 51% και διακράτηση του 16% από το Δημόσιο επί μία πενταετία ωσότου υλοποιηθούν οι δεσμευτικές επενδύσεις. Η Cosco για το 51% που απέκτησε το 2016 κατέβαλε τότε 280,5 εκατ. ευρώ, ενώ για την απόκτηση του επιπλέον 16% κατέθεσε σε λογαριασμό μεσεγγύησης άλλα 88 εκατ. Αυτό το 16% το αποκτά τώρα, στο πλαίσιο της νέας συμφωνίας. Σημειώνεται ότι οι συνολικές επενδύσεις της Cosco στον ΟΛΠ που προβλέπει το master plan, υποχρεωτικές και προαιρετικές, ανέρχονται σε περίπου 600 εκατ. ευρώ, με τα μισά εξ αυτών να αφορούν τις υποχρεωτικές.

Η υπογραφή τώρα της σύμβασης τροποποίησης «σηματοδοτεί για το ελληνικό Δημόσιο την πραγματοποίηση ενός ακόμη βήματος προς τον γενικότερο σκοπό της προαγωγής υγιούς επενδυτικού κλίματος στη χώρα», αναφέρουν τα υπουργεία Οικονομικών και Ναυτιλίας.