ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή οι τράπεζες

Ο Σπ. Αλογοσκούφης, στέλεχος της ΕΚΤ, εξηγεί στην «Κ» τι έδειξε το κλιματικό stress test για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα

eyalotes-stin-klimatiki-allagi-oi-trapezes-561512287

eyalotes-stin-klimatiki-allagi-oi-trapezes0Η Ελλάδα και οι ελληνικές επιχειρήσεις κατατάσσονται στην πρώτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με την υψηλότερη έκθεση σε κινδύνους που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή. Αυτό προκύπτει από την έρευνα που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με συντονιστή το στέλεχός της, ειδικό σε θέματα κλιματικής αλλαγής και χρηματοοικονομικών, Σπύρο Αλογοσκούφη. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έρευνα του είδους σε οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα στον κόσμο, καθώς βασίζεται σε στοιχεία από 4 εκατ. επιχειρήσεις και 1.600 τράπεζες – μεταξύ των οποίων 55.000 ελληνικές επιχειρήσεις και 14 ελληνικές τράπεζες. Στη συνέντευξή του στην «Κ» ο κ. Αλογοσκούφης εξηγεί πόσο ευάλωτες είναι οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι τράπεζες στην κλιματική αλλαγή και πώς αυτό θα επηρεάσει την ανάληψη πιστωτικού κινδύνου εάν δεν εφαρμοστούν πολιτικές μετάβασης σε μια πράσινη οικονομία.

– Την περασμένη εβδομάδα η ΕΚΤ παρουσίασε τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού τεστ αντοχής στο κλίμα. Ποια είναι τα συμπεράσματα και τι προτείνει η ΕΚΤ για τον μετριασμό του ρίσκου της κλιματικής αλλαγής για τις τράπεζες;

– Η έκθεση είναι δουλειά μιας μικρής ομάδας ανθρώπων της ΕΚΤ και το «κλειδί» για να στηθεί η μεθοδολογία ήταν η συλλογή κλιματικών δεδομένων, πληροφοριών για το αποτύπωμα άνθρακα και χρηματοπιστωτικών στοιχείων με υψηλό βαθμό λεπτομέρειας για 4 εκατομμύρια εταιρείες παγκοσμίως. Κοιτώντας τον επιχειρηματικό δανεισμό αλλά και τα μετοχικά και ομολογιακά χαρτοφυλάκια για 1.600 τράπεζες στην Ευρωζώνη, βρήκαμε ότι οι τράπεζες έχουν έκθεση με σχεδόν το 80% των χαρτοφυλακίων τους σε περίπου 2,3 εκατομμύρια από αυτές τις εταιρείες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη άσκηση του είδους σε οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα στον κόσμο και περιέχει στοιχεία για τον κλιματικό κίνδυνο των τραπεζών και των επιχειρήσεων ιστορικά, αλλά και μελλοντικά μέχρι το 2050.

Διαπιστώνουμε ότι περίπου 40% των εταιρικών δανείων έχουν δοθεί σε εταιρείες με υψηλά επίπεδα εκπομπών CO2 κατά μέσον όρο στην Ευρωζώνη, με την κάθε χώρα να μην απέχει πολύ από αυτό το νούμερο. Αξίζει να σημειωθεί πως ένας μικρός αριθμός τραπεζών χρηματοδοτεί ένα μεγάλο ποσοστό ρυπογόνων δραστηριοτήτων, καθώς το 10% των χαρτοφυλακίων είναι συσχετισμένο με το 65% των ρύπων του δείγματος. Από την άλλη, το φυσικό ρίσκο είναι πολύ άνισα κατανεμημένο – κατά μέσον όρο οι τράπεζες στη Ζώνη του Ευρώ έχουν περίπου 22% των δανείων τους σε εταιρείες ευάλωτες σε υψηλό φυσικό ρίσκο, με το ποσοστό αυτό να διαφέρει πολύ ανά χώρα, με πολλές τράπεζες του ευρωπαϊκού Νότου να είναι πάνω από 50%. Επιπροσθέτως, πολλές από αυτές τις ευρωπαϊκές εταιρείες του Νότου έχουν υψηλή έκθεση σε πολλά ρίσκα ταυτόχρονα – για παράδειγμα, περί τα 55 δισ. ευρώ δανείων ελληνικών τραπεζών έχουν υψηλή έκθεση σε πυρκαγιές, θερμική καταπόνηση και ξηρασία παράλληλα. Οι συστημικές τράπεζες στην Ευρώπη συγκεντρώνουν τον διπλάσιο αριθμό δανείων που απειλούνται από την πράσινη μετάβαση αλλά και από φυσικά φαινόμενα σε σχέση με τις μη συστημικές. Ενδεικτικά, οι πιο ευάλωτες τράπεζες σε κλιματικό ρίσκο μπορεί να δουν μια αύξηση στη μέση πιθανότητα πτώχευσης κάποιου επιχειρηματικού δανείου κατά 30% από σήμερα μέχρι το 2050, στο σενάριο που δεν εφαρμοστούν νέες κλιματικές πολιτικές.
 
– Από τα στοιχεία της έκθεσης προκύπτει ότι η χώρα μας κατατάσσεται στην πρώτη θέση της επικινδυνότητας όσον αφορά την κλιματική αλλαγή. Πόσες ελληνικές επιχειρήσεις ήταν στο δείγμα της ΕΚΤ και πόσο ευάλωτο είναι τελικά το τραπεζικό σύστημα απέναντι σε καταστροφικούς κινδύνους;

– Στο δείγμα αυτό βρίσκονται 55.000 ελληνικές επιχειρήσεις (κυρίως μικρομεσαίες) και 14 τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων όλες οι συστημικές τράπεζες. Η επιστημονική κοινότητα φαίνεται να συμφωνεί πως η Ελλάδα, όπως και οι χώρες της Μεσογείου γενικότερα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε καταστροφικούς φυσικούς κινδύνους αν δεν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.

Η Ελλάδα εμφανίζεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε κλιματικούς κινδύνους, όπως οι πυρκαγιές, η έντονη ξηρασία και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, που θα επηρεάσει π.χ. επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε παράκτιες περιοχές. Τα μοντέλα μάς δείχνουν ότι πριν από το 2020 οι μέρες ξηρασίας ήταν 30 ημέρες τον χρόνο και πλέον γνωρίζουμε ότι μέχρι το 2040 οι μέρες ξηρασίας αυξάνονται στις 60 και άρα το ρίσκο μας έχει διπλασιαστεί. Το φετινό καλοκαίρι μάς υπενθύμισε τις φρικτές συνέπειες των πυρκαγιών, στις οποίες φαίνεται να είναι ευάλωτο ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της χώρας. Πέρα από τις πυρκαγιές, η Ελλάδα απειλείται και από άλλα ακραία φυσικά φαινόμενα, όπως οι καύσωνες και οι ξηρασίες, τα οποία με την πάροδο του χρόνου είναι πιθανό να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία (π.χ. παρατεταμένοι καύσωνες μπορούν να οδηγήσουν σε μειώσεις στην παραγωγή αλλά και στην παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού). Αλλά, πέρα από την Ελλάδα, όλες οι χώρες θα έχουν συνέπειες από φυσικούς κινδύνους. Φέτος το καλοκαίρι η Γερμανία υπέστη σημαντικές απώλειες ζωών και οικονομικές καταστροφές από πλημμύρες, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν καλοκαιρινές ανομβρίες έριξαν τη στάθμη του Ρήνου, εμποδίζοντας τη μεταφορά εμπορευμάτων. Με την πάροδο του χρόνου και χωρίς πολιτικές για μια πράσινη μετάβαση, τα ακραία φαινόμενα που έχουμε βιώσει θα είναι πιο συχνά και πιο έντονα. Λόγω της φύσης της κλιματικής αλλαγής, αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει μη αναστρέψιμη. 
 
– Στη χώρα μας είχαμε φέτος μεγάλες πυρκαγιές σε οικιστικές περιοχές, όπως ήταν η Βαρυμπόμπη. Εκτός από τους επιχειρηματικούς κινδύνους, πόσο πιθανό είναι η κλιματική αλλαγή να επηρεάσει και χαρτοφυλάκια της λιανικής τραπεζικής, όπως είναι η στεγαστική πίστη;

– Η ανάλυση δεν αναφέρεται στη λιανική τραπεζική και στα στεγαστικά δάνεια, καθώς δεν έχουμε στην κατοχή μας τα απαραίτητα δεδομένα για να αξιολογήσουμε το κλιματικό ρίσκο σε αυτά τα χαρτοφυλάκια. Παρ’ όλα αυτά, βασιζόμενοι στη μεθοδολογία της έκθεσης της ΕΚΤ μπορούμε να πάρουμε κάποιες ιδέες για την επίπτωση του κλίματος σε στεγαστικά δάνεια. Για παράδειγμα, σε περιοχές ευάλωτες σε φυσικούς κινδύνους, τα ακίνητα μπορεί να υποστούν σημαντικές βλάβες, οδηγώντας σε υποτίμηση στις εξασφαλίσεις, ανεβάζοντας το loan-to-value ratio. Από την άλλη, θα μπορούσαν οι τράπεζες να ζητούν το ακίνητο να συνοδεύεται από ασφαλιστική κάλυψη (π.χ. πυρασφάλεια σε περιοχές με υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς) ως απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δάνειο, κάτι που σταδιακά κερδίζει έδαφος. Ομως τέτοιες πρακτικές για την αντιμετώπιση του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου από την κλιματική αλλαγή μπορεί να ανεβάσουν το κόστος δανεισμού για τους καταναλωτές. Κάτι τέτοιο δεν είναι επιθυμητό και γι’ αυτό είναι σημαντικό να ληφθούν μέτρα για να μειωθεί το κλιματικό ρίσκο σε ολόκληρη την οικονομία.

Ενα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης της ΕΚΤ είναι πως για να ελαχιστοποιήσουμε το κόστος από την κλιματική αλλαγή πρέπει να ξεκινήσουμε άμεσα τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία. Οι τράπεζες έχουν πολύ σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση και πρέπει να δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα ώστε να παρέχουν ακόμα μεγαλύτερη χρηματοδότηση για πράσινες επενδύσεις. Οσον αφορά τα στεγαστικά δάνεια, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει νέα μέτρα για να υποστηρίξει την παροχή πράσινων στεγαστικών δανείων για ακίνητα μεγάλης ενεργειακής αποδοτικότητας στο πλαίσιο της στρατηγικής χρηματοδότησης της μετάβασης προς τη βιώσιμη οικονομία.

– Πόσο πιθανό είναι η υιοθέτηση ή η μη υιοθέτηση αυτής της μεθοδολογίας από τις τράπεζες να επιφέρει πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις;

–Στην ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις τράπεζες, σκοπίμως δεν κοιτάξαμε τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Αυτή η έκθεση είχε διερευνητικό χαρακτήρα: να βρούμε τον τρόπο να αξιολογήσουμε το κλιματικό ρίσκο, να αναπτύξουμε την κατάλληλη μεθοδολογία και με αυτή να συγκρίνουμε τις επιπτώσεις διαφορετικών κλιματικών πολιτικών (ή απουσία τους) στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το κλιματικό stress test της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για το 2022 με την ίδια λογική δεν θα επιφέρει κεφαλαιακές απαιτήσεις. Σκοπός των εποπτών είναι να διερευνήσουν την ικανότητα των τραπεζών να αξιολογήσουν το κλιματικό ρίσκο και το πλαίσιο διαχείρισής του.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, οι τράπεζες, όταν κλήθηκαν να αυτοαξιολογήσουν την ετοιμότητά τους να διαχειριστούν το κλιματικό ρίσκο, αποκάλυψαν ότι δεν έχουν κάνει επαρκή πρόοδο. Οι δυσκολίες στην εύρεση δεδομένων, μοντέλων ή εργαλείων τις εμποδίζουν να θέσουν τις απαραίτητες πρακτικές για να ενσωματώσουν το κλιματικό ρίσκο στο ευρύτερο πλαίσιο πιστωτικού ή χρηματοοικονομικού κινδύνου. Σκοπός μας, λοιπόν, είναι να δείξουμε ότι υπάρχει τρόπος να ξεπεραστούν αυτές οι δυσκολίες – η κλιματική αλλαγή πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε για να αναπτύξουμε τα τέλεια μοντέλα.

Στο παρελθόν οι τράπεζες έχουν δείξει ότι προσαρμόζονται όταν το οικονομικό περιβάλλον μεταβάλλεται. Ισως στο μέλλον να αρχίσουν να απεμπλέκονται από χαρτοφυλάκια υψηλού κλιματικού ρίσκου και να επιλέγουν επενδύσεις με χαμηλότερη έκθεση στην κλιματική αλλαγή. Είναι δύσκολο κάποιος να προβλέψει ποια θα είναι η αντίδρασή τους ή αν θα χρειαστούν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Πέρα όμως από τον κίνδυνο, η σωστή αξιολόγηση του ρίσκου εμφανίζει και επενδυτικές ευκαιρίες. Με τη δημοσίευση της έκθεσής μας ελπίζουμε πως οι τράπεζες θα έχουν καλύτερα εργαλεία για να αποτιμήσουν την αξία πράσινων επενδύσεων, δίνοντάς τους κίνητρα να χρηματοδοτήσουν την πράσινη μετάβαση των εταιρειών. Σε μια οικονομία σαν της Ελλάδας, όπου οι τράπεζες παίζουν τεράστιο ρόλο στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, είναι πολύ απαραίτητο να είναι έτοιμες να υποστηρίξουν την πράσινη μετάβαση.